ΓΑΛΛΙΑ: Ξανακερδίζοντας τους δρόμους και τις πόλεις μας. Μαθήματα εθνικιστικού ακτιβισμού από τους Identitarians

Του Patrick Le Brun (Counter-Currents) / ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Μετά από την πιο εντυπωσιακή ενέργεια ακτιβισμού που έχει παρατηρηθεί στη Γαλλία από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, στην οποία οι Identitarians (Ταυτοτιστές – μέλη της ‘Γενιάς της Ταυτότητας’) κατέλαβαν τη στέγη του υπό κατασκευή τζαμιού του Πουατιέ (βλ. εδώ), αυτό το κίνημα έχει υποστεί διώξεις, παρακολουθήσεις, διείσδυση από ξένα στοιχεία και δυσφήμηση. Ωστόσο, η ιδέα και το κίνημα δεν μπορούν να σταματήσουν από τους προδότες και τους βαλτούς. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν θα ξεψυχήσει αθόρυβα μέσα στη νύχτα. Η αναγέννηση έχει ήδη αρχίσει.

Η Ευαισθητοποίηση του Ρατσισμού κατά των Λευκών και η Εγκληματικότητα

Οι Identitarians ξεκίνησαν μια συντονισμένη προσπάθεια να κάνουν τον «Αντι-Λευκό Ρατσισμό» μέρος του mainstream δημόσιου λόγου, ξεκινώντας από τα τέλη του 2011. Ο Jean-François Copé (Ζαν-Φρανσουά Κοπέ – φώτο), ο εβραϊκής καταγωγής ηγέτης της κεντροδεξιάς (παραιτήθηκε τέλη Μαΐου του 2014) άρχισε μια πολεμική γύρω από αυτή τη φράση, το Σεπτέμβριο του 2012, καθώς ο ίδιος προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξανακερδίσει την υποστήριξη των ατόμων που εγκατέλειψαν τον Σαρκοζί για να ψηφίσουν την Marine Le Pen κατά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές. Έχοντας νομιμοποιηθεί η χρήση της φράσης αυτής, τα γαλλικά media ξεκίνησαν μια μακρά συζήτηση για το θέμα, μεταφέροντας έτσι τον όρο από το περιθώριο στην αποδοχή.

(Σκέψεις ΚΟ: Το ίδιο πρέπει να γίνει στην Ελλάδα από τις εθνικιστικές φωνές, ως αντίδραση στο παραλήρημα του «αντιρατσισμού». Αφού πρώτα ξεπεραστούν τα φοβικά σύνδρομα που έχουν επιβληθεί από το κατεστημένο, όπου για να πει κάποιος τη γνώμη του για την μετανάστευση, πρέπει να δηλώσει οπωσδήποτε εξ αρχής το «δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…», απαιτείται να προβληθεί η παθολογική εαυτοφοβία, καθώς και πραγματικοί – και όχι τεχνητοί όροι – όπως η χριστιανοφοβία. Η χριστιανοφοβία, παρά τις ανηλεείς σφαγές και την γενοκτονία των χριστιανών στην Μ. Ανατολή και αλλού, ως ο όρος είναι ανύπαρκτος στον δημόσιο διάλογο και αντ’ αυτού το κοινό ακούσει συνεχώς για «ισλαμοφοβία», «αντισημιτισμό» και «ομοφοβία», που πρέπει να «καταδικάσουμε». Επίσης πράξεις σημειολογικού ακτιβισμού, όπως οι παρακάτω που θα δείτε απουσιάζουν εντελώς. Μοιάζει να έχουν μείνει κάποιοι ακόμα δέσμιοι των «συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας» και μετά τίποτα άλλο. Η φαντασία απουσιάζει, ενώ η συμμετοχή του γυναικείου φύλου, είναι εντελώς υποτονική). Συνέχεια