ΛΟΓΟΣ ΑΔΟΛΦΟΥ ΧΙΤΛΕΡ (4/5/1941)

http://www.mediafire.com/?ysy11449lhutqka

 

Βουλευτές !!

Άνδρες του ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ Ράΐχσταγκ!

Εις εποχή κατά την οποίαν οι πράξεις αποτελούν το παν, και οι φράσεις έχουν ελαχίστη σημασία, δεν έχω την πρόθεση να εμφανίζομαι ενώπιον υμών, οίτινες εξελέγητε ως αντιπρόσωποι του γερμανικού λαού, παρά μόνον οσάκις παρίσταται απόλυτος ανάγκη.
Αποτάθηκα δια πρώτη φοράν εις υμάς κατά την έκρηξη του πολέμου την στιγμήν κατά την οποίαν είχε ναυαγήσει πλέον—χάρις εις την αγγλογαλλική εναντίον της ειρήνης συνομωσία — παρά σα προσπάθεια, ήτις θα μας οδηγεί άνευ της παρεμβάσεως αυτής εις συμβιβασμό μετά της Πολωνίας. ΟΙ πλέον ασυνείδητοι άνδρες της εποχής μας, ο( όποιοι παραδέχονται σήμερον ότι είχαν λάβει ήδη από το 1936 την απόφαση να ερημώσουν και να εξουθενώσουν ει δυνατόν δι’ ενός νέου αιματηρού πολέμου το Ράιχ, διότι εύρισκαν ότι τούτο είχε υπέρ το δέον ισχυροποιηθεί δια της ειρηνικής αναδημιουργικής του εργασίας, είχαν τέλος κατορθώσει να βρουν εις την Πολωνία το κράτος εκείνο, όπερ ήταν πρόθυμο να σύρει πρώτον το ξίφος δια τα συμφέροντα και τους σκοπούς των. Όλες οι προσπάθειες μου όπως επιτύχω, ειδικώς με την Αγγλία, τρόπον συνεννοήσεως, ακόμη και μίαν διαρκή και φιλική συνεργασία, ναυαγήσαν ενώπιον της επιθυμίας και της θελήσεως μιας ολιγάριθμου κλίκας, ή Οποία, είτε λόγω μίσους είτε και εκ λόγων οικονομικού συμφέροντος, απέρριψε πάσα γερμανική πρόταση οχυρωμένη όπισθεν της απροκάλυπτου αποφάσεως, όπως διεξαγάγει υπό οιασδήποτε συνθήκες τον πόλεμο.
Ό άνθρωπος ο έπιδιώκων το φανατικών όσον και σατανικό σχέδιο της δια πάσης θυσίας κηρύξεως ένας πολέμου, ήταν άπα τότε ήδη Ο Μίστερ Τσώρτσιλ και βοηθοί του οι άνδρες, οι Οποίοι αποτελούν σήμερον την Βρετανική Κυβέρνηση. ΑΙ εντεύθεν και εκείθεν του ωκεανού «μεγάλες Δημοκρατίες» προήγαγαν περισσότερο παντός αλλού φανερά και εν κρυπτώ τις προσπάθειες αυτές
Oι εν εποχή αυξανούσης δυσαρέσκειας των λαών υπεύθυνα άνδρες, οίτινες είχαν εξαντλήσει παν μέσον διακυβερνήσεως, ένα μείζον ότι θα ηδύναντο να επιλύσουν τα μη επιδεχόμενα πλέον οι ουδεμία λύση προβλήματα δι’ ενός επιτυχούς πολέμου. Όπισθεν αυτών ίστατο το μέγα διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο των Τραπεζών των Χρηματιστηρίων και των Εξοπλισμών, το όποιον ώσφραίνετο εκ νέου, όπως και άλλοτε, την πιθανότητα μιας βρομερής αλλ πάντως λίαν επικερδούς εργασίας.
Ήσαν πάλιν   πρόθυμοι, χωρίς  τύψεις συνειδήσεως,
ακριβώς όπως και τότε, να θυσιάσουν το αίμα των
λαών  χάριν του χρυσίου των. Αυτή είναι ή ιστορία
της αρχής του πολέμου αυτού.
‘Ολίγας εβδομάδας αργότερα είχαν ηττηθεί και εξουθενωθώ το πρώτον κράτος πού εδέχθη απερίσκεπτα να εξυπηρέτηση τι οικονομικά και κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα των ερεθιστών του πολέμου.
Υπό τις συνθήκες αυτές νόμιζα ότι είχα υποχρέωσαν έναντι του γερμανικοί) λαού και αναρίθμητων ακόμη ,αθώων όσον και καθώς πρέπει ανθρώπων του κόσμου, να απευθύνω εκ νέου έκκληση προς την φρόνηση<ν και την συνείδηση των άλλων πολιτικών ανδρών. Καθόρισα την 6 Οκτωβρίου 1939 και πάλιν ότι ή Γέρμα νια δεν ζήτησε ούτε επρόκειτο να ζήτηση τίποτε τόσον από τη Αγγλία όσον και! από την Γαλλία και ότι ή συνέχιση του πόλε μου είναι παραφροσύνη, προ παντός δε ότι τα τρομερά σύγχρονο( πολεμικά όπλα θα κατέστρεφαν, τιθέμενα εν χρήσει, μεγάλος περιοχές της γης. Επέστησα την προσοχή προκειμένου περί της πολεμικής χρήσεως των βαρέων βλημάτων πυροβολικού μακράς ολκή» εναντίων αμάχων περιοχών, διότι είχα πλήρη επίγνωση ότι δει ηδύναντο παρά να επιφέρουν αμοιβαίως την καταστροφή εκτεταμένων εδαφών. Υπέδειξα προ παντός ότι ή χρήση του όπλου της αεροπορίας με τα εκ μεγίστης αποστάσεως αποτελέσματα του θα επέφερε την καταστροφή όλων των αποκτημάτων ενδελεχούς και κοπιώδους εργασίας Ολοκλήρων αιώνων, αποκτημάτων τα όποια αποτελούν τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμοί).
Ή νέα μου έκκληση προσέκρουσε εις άρνηση πλήρη άγανα· κτήσεως, ακριβώς όπως είχε μείνει άνευ αποτελέσματος και εκείνη της 1ης Σεπτεμβρίου του 1939. Οι Βρετανοί ερεθισταί του πολέμου και τα εβραιοκεφαλαιοκρατικά όργανα των δεν ερμήνευσαν την εις τα ανθρωπιστικά αισθήματα των έκκληση μου παρά  μόνον δείγμα γερμανικής αδυναμίας.   Διαβεβαίωναν τους λαούς της  Αγγλίας και της Γαλλίας ότι ή Γερμανία τρέμει με την (δέον, ότι ι άνοιξη του 1940   θα επέλθει ή ένοπλος λύση και πως επιθυμεί από φόβο της επικείμενης καταστροφής—να κλίσει τάχιστα την ειρήνη δήλωναν ακόμη ότι δεν έπρεπε κατ’ ουδέν λόγο να συναφθεί  μια  τοιαύτη ειρήνη προτού συντριβή το Γερμανικό Ράιχ Η προτού ηττηθούν και δυστυχήσουν οι Γερμανοί μέχρι τοιούτου   σημείου, ώστε να ίστανται προ των μαγειρείων εκστρατείας των αν πάλων και να επαιτούν λίγη τροφή.


Ή Νορβηγική Κυβέρνηση άρχισε από τότε ήδη, θαμπωθεί!< από τις μετά ακλόνητου θράσους εξαγγελλόμενος πειστικά προφητείας του Μίστερ Τσώρτσιλ, να καλλιεργεί την σκέψη μι< βρετανικής εισβολής, ίνα συντέλεση ούτω δια της καταλήψεως Νορβηγικών  λιμένων και της περιοχής του σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος εις την καταστροφή της Γερμανίας. ΟΙ κύριοι Τσώρτσιλ και Πώλ Ρενώ απέκτησαν τέλος τοιαύτη βεβαιότητα περί της επιτυχίας της νέας των απόπειρας, ώστε νόμισαν — από απερισκεψία ή και ευρισκόμενοι ίσως υπό το κράτος οινοπνεύματος — ότι δε* υπήρχε πλέον λόγος να αποκρύψουν τις προθέσεις των. Εις την φλύαρη διάθεση των δύο αυτών κυρίων οφείλεται ότι ή Γερμανική Κυβέρνηση έλαβε γνώσιν των εναντίον του Ράιχ τεκταινομένων σχεδίων ως επίσης και ευκαιρία, ήτις εδόθη εις αυτόν όπως καταφέρω εναντίον των αντιπάλων το αποφασιστικό κτύπημα του παρόντα πολέμου, εφ όσον δεν επιδέχεται ουδεμίας αμφιβολίας, ότι ή εναντίον της Νορβηγίας βρετανική επιβουλή υπήρξε ή πλέον επικίνδυνος εναντίον της Γερμανίας ενέργεια.
Ολίγας εβδομάδας μετά ταύτα εξεμηδενίσθη ο κίνδυνος αυτός Ένα των τολμηρότερων στρατηγημάτων της παγκοσμίου πολεμική ιστορίας ματαίωσε την επίθεση των αγγλικών και γαλλικών στρατευμάτων εναντίον της δεξιάς πτέρυγας του αμυντικού μετώπου μας. Ή λίαν επιτυχής αυτή γερμανική άμυνα είχε ενισχύσει την εν Ευρώπη θέση μας εις τοιούτον βαθμό. ώστε να μην υπάρχουν λέξεις Ικανοί να αποδώσουν το μέγεθος της στρατηγικής σημασίας του γεγονότος αυτού.
Αμέσως μετά την αποτυχία των εν λόγω σχεδίων των αντί πάλων μας άρχισε μία νέα μεγαλύτερα πίεση εκ μέρους των Άγγλων έρεθιστών του πολέμου εναντίον του Βελγίου και της Ολλανδίας. Ό σκοπός ήταν, αφού απέτυχε πλέον ή απόπειρα των εναντίον της εις Γερμανία εξαγωγής σιδηρομεταλλευμάτων, να παρά-
σύρουν το Βέλγιο και την Ολλανδία δια να μεταφέρουν το μέτωπο του πολέμου εις τον Ρήνο, απειλήσουν δε ούτω και αποκλείσουν τους τόπους επεξεργασίας των σιδηρομεταλλευμάτων.
Την 10ην Μαΐου παρελθόντος έτους άρχισε ο πλέον αξιομνημόνευτος ίσως άγων της γερμανικής Ιστορίας. Εντός ολίγων ήμερων διασπάσθηκαν τα εχθρικά μέτωπα και εδημιουργήθη ή προϋπόθεση των επιχειρήσεων εκείνων, έτεινες είχαν ως αποτέλεσμα να διεξαχθούν α( μεγαλύτεροι καταστροφικά! μάχες της παγκοσμίου Ιστορίας.
Ή Γαλλία συνετρίβη. Τό Βέλγιο και ή Ολλανδία είχαν καταλήφθηκε, τα δε αγγλικά στρατεύματα εγκατέλειψαν — ηττημένα, άοπλα και συντετριμμένα — την Ευρωπαϊκή «Ήπειρο. Την 19ην Ιουνίου 1940 συγκάλεσα, κατόπιν τούτου, δια τρίτη φοράν το Γερμανικό Ράϊχσταγκ δια την μεγάλη απολογητική έκθεση μου, την οποίαν ενθυμείσθε βεβαίως όλοι σας. Ή συνεδρίαση εκείνη μου παρέσχε την ευκαιρία να εκφράσω τις ευχαριστίας του έθνους προς τους στρατιώτες του κατά τρόπον ανάλογο προς το μοναδικό μεγαλείον των γεγονότων. Επωφελήθην όμως και πάλιν της ευκαιρίας δια να κάμω ακόμη μίαν φοράν παραίνεση εις τον κόσμο και να συμβουλεύσω την ειρήνη. Δεν άφησα να γεννηθεί ουδεμία αμφιβολία, ότι αι επί τη βάσει της πείρας της αποκτηθείσης εις το κεφάλαιο τούτο ελπίδες μου ήσαν μόνον ελάχιστοι. Διότι οι άνδρες, οι όποιοι ηθέλησαν τον πόλεμο, δεν ενεργούσαν εκ πεποιθήσεως στηριζομένης εις οιαδήποτε Ιδεώδη. Όπισθεν των ίστατο, ως κινητήριος δύναμη, ή εβραίο – δημοκρατική κεφαλαιοκρατία, εις την Οποίαν ήσαν υποχρεωμένοι και συνεπώς δεσμευμένοι. Τα υπό των ενδιαφερομένων δια τον πόλεμο κατατεθέντα και δεσμευθέντα εκ δισεκατομμυρίων κεφάλαια απαιτούσαν ανατοκισμό και χρεολύσιο. Δια τον λόγο αυτόν όχι μόνον δεν τους τρόμαζε ή μακρά διάρκεια του πολέμου, αλλά τους ήταν απεναντίας και ποθητή. Διότι το κεφάλαιο τούτο, κατατεθειμένο υπό μορφή μηχανών και εργοστασιακών εγκαταστάσεων, έχει ανάγκην χρόνου δια να κινηθεί και να αποδώσει κέρδη.
Δεν υπάρχει επομένως δια τους Εβραίους αυτούς δημοκράτες τους ενδιαφερομένους υπέρ του πολέμου τίποτε περισσότερο μισητό από την σκέψη, ότι μία 6κκλησις απευθυνόμενη εις την σύνεση των λαών θα ήδύνατο ίσως κατά την τελευταία στιγμήν να τερματίσει άνευ περαιτέρω αιματοχυσίας τον πόλεμο και να περιορίσει ούτω τα κέρδη των τοποθετημένων δισεκατομμυρίων.
Εγένετο ακριβώς όπως εγώ τότε προαισθάνθηκα και προείπα.
Ή πρόταση μου περί ειρήνης χαρακτηρίσθηκε ως δείγμα φόβου και δειλίας. ΟΙ Ευρωπαίοι και «Αμερικανοί ερεθισταί του πολέμου κατόρθωσαν να συσκοτίσουν ακόμη μίαν φοράν την υγιή λογική των μεγάλων μαζών, οι οποίες ουδέν κέρδος δύνανται ν’ αναμένουν από τον πόλεμο αυτόν, να διεγείρουν νέας ελπίδας δια ψευδούς παραστάσεως των πραγμάτων και τέλος να υποχρεώσουν τους λαούς εκ νέου εις την εξακολούθησαν του πολέμου, χρησιμοποιούντες προς τούτο τον διευθύνοντα την κοινή γνώμη τύπον των. ΑΙ προειδοποιήσεις μου σχετικώς προς την υπό του Τσώρτσιλ προπαγανδιζομένην εφαρμογή των νυκτερινών επιδρομών δια. βομβαρδιστικών αεροπλάνων εναντίον του αμάχου πληθυσμού, χαρακτηρίσθηκαν επίσης μόνον ως σημείο αδυναμίας. Ό αιμοχαρέστερος αυτός ερασιτέχνης της Ιστορίας όλων των εποχών πίστευε σοβαρά, ότι ή επί ολόκληρους μήνας συγκρατημένη δράση της γερμανικής αεροπορίας παρείχε την απόδειξη της ανικανότητας όπως εκτέλεση νυκτερινός πτήσεις.
Ό άνθρωπος αυτός εξαπατούσε δια των εξαγορασθέντων δημοσιογράφων του, επί μακράν σειράν μηνών τον αγγλικό λαό, διαδίδω ν ψευδώς, ότι μόνον ή βρετανική αεροπορία είναι εις θέση να διεξάγει πόλεμο κατά τον τρόπον αυτόν, και ότι ευρέθη ούτω το μέσον της καθυποτάξεως του Ράιχ δια του αδυσώπητου αγώνος της αγγλικής αεροπορίας εναντίον του γερμανικού αμάχου πληθυσμού, εν συνδυασμό με τον αποκλεισμό πείνας. «Ακριβώς επί του σημείου αυτού προέβην επί 3’/» ολόκληρους μήνας κατ’ επανάληψη εις προειδοποιήσεις. Ότι αϊ προειδοποιήσεις μου αύται δεν προξένησαν ουδεμία εντύπωσαν εις τον κ1 Τσώρτσιλ δεν μου φαίνεται διόλου περίεργο. ΤΙ σημασία 6χει δια τον άνθρωπο αυτόν ή ζωή των άλλων; ΤΙ αξίζει δι» αυτόν ο πολιτισμός και τι αξίζουν τα αρχιτεκτονικά μνημεία; Εξεφράσθη ήδη κατά την έναρξη του πολέμου, τονίσας, ότι επιθυμεί να διεξάγει πόλεμο και αν ακόμη αϊ πόλεις της «Αγγλίας επρόκειτο να μεταβληθούν δι’ αυτού εις ερείπια

Ήδη έχει τον πόλεμο τον οποίον επιθυμεί.

Η διαβεβαίωση μου, ότι εκάστη βόμβα θα ανταπεδίδετο εν ανάγκη εις το εκατονταπλάσιο, δεν στάθηκε ικανή να υποκίνηση τον άνθρωπο αυτόν να αναλογισθεί την εγκληματικότητα της ενεργείας του. Δηλώνει, ότι τούτο ουδόλως τον ενοχλεί, μας βέβαιοι δε προσέτι ότι και Ό βρετανικός λαός, κατόπιν τοιούτων βομβαρδισμών, τον ύπεδέχθη με λάμπουσα φαιδρότητα εις τρόπον ως’ να επανέρχεται εις το Λονδίνο κάθε φοράν και περισσότερο τονωμένος !
Είναι ενδεχόμενο ο κ. Τσώρτσιλ να τονώθηκε εκ νέου εις τη σταθερών απόφαση του, όπως εξακολούθηση τον πόλεμο κ< κατά τον τρόπον αυτόν.

Ημείς όμως δεν είμεθα ολιγότερο αποφασισμένοι να αποδώσουμε μελλοντικά έκαστη βόμβα με εκατό τοιαύτας επί τόσον χρόνο όσος χρειάζεται δια να αντιληφθεί ο αγγλικός Λαός ότι πρέπει ν’ απαλλαγή από το εγκληματία αυτόν και τις μεθόδους του.

Εάν ο κ. Τσωρτσιλ νομίζει ότι πρέπει να τονώνει από καιρού εις καιρόν την ένταση και την δυναμικότητα του πολέμου του δια προπαγανδιστικών μέσων, είμεθα και ημείς έτοιμοι ν’ αρχίσω μεν επί τέλους τον πόλεμο και επί του πεδίου αυτού. Ή Έκκληση του παράφρονος αυτού και των δορυφόρων του προς τον γερμανικό λαό — έπ’ ευκαιρία: της 1ης Μαΐου — όπως με εγκατάλειψη, δύναται να εξηγηθεί μόνον με την ύπαρξη παραλυτικής ασθενείας ή με την μανία ενός αλκοολικού.
Από την Ιδίαν παθολογική κατάσταση προέρχεται και η απόφαση περί μεταβολής των Βαλκανίων εις θέατρο πολέμου. Ό άνθρωπος αυτός περιέρχεται από πενταετίας περίπου με ύφος φρενοβλαβούς την Ευρώπη, ίνα βρει οτιδήποτε δυνάμενο ν’ αναφλέγει. Υπάρχουν δυστυχώς πάντοτε μίσθαρνα στοιχεία, τα Οποία θέτουν τις χώρας των εις την διάθεση του διεθνούς αυτού εμπρηστού.
Αφού επέτυχε κατά την διάρκεια του χειμώνα να επιβάλλει εις τον βρετανικό λαό δια διαφόρων Ισχυρισμών και ψευδολογιών την γνώμη, ότι το γερμανικό Ράιχ ευρίσκεται δήθεν εξαντλημένο και εντελώς εις τα τέρμα των δυνάμεων του λόγω των αγώνων του παρελθόντος έτους, υποχρεώθηκε ήδη να προκαλέσει νέα πυρκαϊάν εις την Ευρώπη, ίνα προλάβει ούτω την αφύπνισιν του βρετανικού λαού.
Προς τούτο επανήλθε εις το σχέδιο εκείνο, το οποίον απασχόλησε την φαντασία του κατά το φθινόπωρο του έτους 1939 και κατά την άνοιξη του 1940. Ενθυμείσθε βεβαίως, βουλευτές μου και άνδρες του Ράϊχσταγκ, τα δημοσιευθέντα εκείνα έγγραφα, άτινα ευρέθησαν εις La Charitθ και τα όποια απεκάλυπταν, ότι υπήρχε
ή πρόθεση να μεταβάλλουν, ήδη κατά τον χειμώνα του 1940, τα Βαλκάνια εις θέατρο πολέμου εν Ευρώπη. Οι κυριότεροι προπαρασκευασταί της επιχειρήσεως αυτής ήσαν τότε ο[ κ. κ. Τσώρτσιλ, Χάλιφαξ, Νταλαντιέ, Παύλος Ρεϋνώ, στρατηγός Βεγκάν και στρατηγός Γκαμελαίν.
Όπως προκύπτει εκ των στοιχείων αυτών, υπολόγιζαν με την πιθανότητα—εάν επιτύγχανε τελικώς ή εγκληματική των απόπειρα εναντίον της ειρήνης της νοτιοανατολικής Ευρώπης—ότι θα κατόρθωναν να κινητοποιήσουν 100 μεραρχίας δια να τις χρησιμοποιήσουν υπέρ των συμφερόντων της Αγγλίας.
Ή αιφνίδια κατάρρευση του Μαΐου και «Ιουνίου παρελθόντος έτους κατέστησε ανεφάρμοστα, δια τίνα χρόνο, «τα σχέδια αυτά.
Κατά το φθινόπωρο του παρελθόντος έτους δ κ. Τσώρτσιλ άρχισε ν’ απασχολείτε εκ νέου με την λύση του προβλήματος αυτού. Εάν το εγχείρημα αυτό κατέστη ήδη δυσκολότερο, τούτο οφείλεται ε(ς την εν τω μεταξύ επελθούσα μεταβολή εις τα Βαλκάνια, την συντελεσθείσα δια της Οριστικής αποξενώσεως της Ρουμανίας από την Αγγλία.
Ή υπό την ηγεσία του στρατηγού Άντωνέσκου νέα Ρουμανία άρχισε ν’ ασκεί καθαρώς ρουμανική πολιτική, χωρίς να λαμβάνει ύπ’ όψη τις επιθυμίες των ενδιαφερομένων δια τον πόλεμο Βρετανών. Προς τούτοις δέον να ληφθεί ακόμη ύπ’ όψιν και η στάση της Γερμανίας.
«Ομιλών σήμερον, βουλευτές μου, επί του θέματος τούτου επιθυμώ πρωτίστως να παράσχω μίαν σύντομο παράσταση των σκοπών της γερμανικής πολιτικής.

Σχετικώς   με   τα   Βαλκάνια

όπως τους φανταζόμουν και όπως προσπαθούμε να τους πραγματοποιήσουμε:
1) Το Γερμανικό Ράιχ δεν είχε ούτε και έχει εδαφικός βλέψεις και εγωιστικά πολιτικά συμφέροντα εις τα Βαλκάνια. Δηλαδή το γερμανικό Ράιχ δεν ενδιαφέρετο ποσώς δια τα εδαφικά προβλήματα και τις εσωτερικές συνθήκες των Κρατών αυτών εξ οιωνδήποτε εγωιστικών λόγων.
2) Το Γερμανικό Ράιχ κατέβαλλε όμως προσπάθειας όπως επιτύχει ακριβώς μετά των Κρατών αυτών στενές οικονομικές σχέσεις με την πρόθεση να τις επεκτείνει μελλοντικώς.
Τούτο δεν συνέφερε βεβαίως μόνον το Γερμανικό Ράιχ, αλλά και αυτές ταύτας τις Βαλκανικός Χώρας. Διότι εάν υπάρχει χώρα εις τον όποιον να αλληλοσυμπληρώνονται με λογική οι εθνικές οικονομίες μεταξύ δύο εμπορικά συμβαλλομένων Μερών, τούτο συνέβαινε και συμβαίνει ακόμη μεταξύ των Βαλκανικών Κρατών κ της Γερμανίας.
Ή Γερμανία είναι ένα βιομηχανικό κράτος και έχει ανάγκη ειδών διατροφής και πρώτων υλών. Τα Βαλκανικά Κράτη αποτελούνται από περιοχές γεωργικές και πρώτων υλών, έχουν δε ανάγκην βιομηχανικών προϊόντων, Από αυτήν την διαπίστωση προέκυπτε κατ’ ανάγκην και άφ’ εαυτής ή δυνατότητα μιας εξαιρετικώς επωφελούς και γονίμου επεκτάσεως αμοιβαίων οίκο νομικό σχέσεων. Εάν όμως αγγλικοί ή και αμερικανικοί κύκλοι διέβλεπαν εις τούτο μίαν αδικαιολόγητη διείσδυση της Γερμανίας εις τα Βαλκάνια, πρέπει να χαρακτηρισθεί τούτο ως μ(α μωρά και αυθάδης σκέψη.
Διότι κάθε Κράτος οργανώνει την οικονομική αυτού πολιτική επί τη βάσει των λαϊκών αυτού συμφερόντων και όχι επί τη βάσει των συμφερόντων ξένων, άνευ πατρίδος εβραιοδημοκρατικών καπιταλιστών. Έκτος τούτου, τόσον ή «Αγγλία όσον και ή Αμερική δεν δύνανται ν’ αντιπροσωπευθούν εις τις Χώρες αυτές το παρά μόνον ως πωλητές, ουδέποτε όμως ως αγοραστές.
Χρειάζεται όμως προς τούτο ολόκληρος οικονομολογική στενότητα αντιλήψεως των καπιταλιστικών Δημοκρατών δια να υποστηριχθεί, ότι τα Κράτη δύνανται να ζήσουν εις το διηνεκές, όταν αυτοί μεν υποχρεούνται ν’ αγοράσουν παρά τίνος, ο οποίος όμως ου θέλει άλλ’ ούτε και δύναται ν’ αγοράζει τι παρ’ αυτών.
Ή Γερμανία όμως δεν προσέφερε εις τα Βαλκανικά Κράτη μόνον τα προϊόντα της, άλλ’ υπήρξε και ο μεγαλύτερος αγοραστής των Χωρών αυτών και μάλιστα ένας διαρκής και αξιόπιστος αγοραστής, ο οποίος πλήρωνε τα προϊόντα του βαλκανικού αγρότη με την εργασία του Γερμανού εργάτου και όχι με απατηλά νομίσματα και συναλλάγματα, τα όποια από ετών ήδη υπέφεραν εκ μιας χρόνιας υποτιμήσεως.
Δια τους λόγους αυτούς δεν ήταν καθόλου εκπληκτικό ότι η Γερμανία απέβη—όπως ανέφερα ήδη—Ο μεγαλύτερος εμπορικός συνεργάτης των Βαλκανικών Κρατών. Τούτο δεν επέβαλλαν μόνον τα γερμανικά συμφέροντα, άλλ’ εξ ίσου και τα συμφέροντα αυτών τούτο των Βαλκανικών Κρατών, και μόνον οι καθαρώς καπιταλιστικοί προσανατολισμένοι εγκέφαλοι των εβραϊκών Δημοκρατιών μας δύνανται να υποστηρίζουν, δη, επειδή ένα κράτος προμηθεύει σε ένα άλλο μηχανές, το κράτος τούτο κυριαρχεί συγχρόνως του άλλου. Η αλήθεια είναι ότι μία τοιαύτη κυριαρχία δύναται ίσως να υπάρχει θα είναι όμως πάντοτε αμοιβαία. Ας μη λησμονούμε δε ότι ευκολότερα δύναται τις να αισθανθεί την έλλειψη των μηχανών παρά των ειδών διατροφής και των πρώτων υλών, οπότε ο συνεργάτης ο λαμβάνων δια τις μηχανές του σιτηρά παρά πρώτες ύλες, είναι ίσως ακόμη περισσότερο δεσμευμένος από τον αγοραστή τι βιομηχανικών προϊόντων.
Όχι, εις την συναλλαγή αυτήν δεν υπήρχαν ούτε νικητές ούτε ηττημένοι, παρά μόνον μέτοχοι, το δε Γερμανικό Ράιχ της εθνικοσοσιαλιστικής επαναστάσεως διέθεσε προς τούτο ολόκληρη την φιλοδοξία του, όπως αποβεί αξιοπρεπής μέτοχος,
δηλαδή να πληρώνουμε καθώς πρέπει ποιοτικώς άρτια εμπορεύματα «αϊ όχι με απατηλά δημοκρατικά χαρτονομίσματα.
3) Το Γερμανικό Ράιχ —λαμβάνων ύπ’ όψιν τ’ ανωτέρω κ έφ’ όσον θελήσει κανείς να ομιλήσει περί πολιτικών συμφερόντων είχε ένα μόνον συμφέρον: να βλέπει τους μετ’ αυτού συναλλασσόμενους εσωτερικώς ανθηρούς και Ισχυρούς.
Το Γερμανικό Ράιχ έπραξε επομένως τα πάντα, όπως, δια της επιρροής και της βοηθείας του, δια των συμβουλών και ενεργείας του, συντέλεση εις την εδραίωση ίδιας υπάρξεως των χωρών ο των, ως εκ της εσωτερικής αυτών τάξεως, χωρίς να λαμβάνει ύπ’ όψιν του τις Ιδιαιτέρας μορφές των πολιτευμάτων των.
Ή τήρηση της τακτικής αυτής οδήγησε πράγματι όχι μόνο εις μίαν αύξουσα ανθηρότητα των Χωρών αυτών, αλλά και εις μια βαθμιαία αυξάνουσα αμοιβαία εμπιστοσύνη. Τούτο όμως συντέλεσε να αυξηθεί ακόμη περισσότερο η προσπάθεια του εμπρηστού του κόσμου, του Τσώρτσιλ, όπως ανακόψει την ειρηνική αυτήν εξέλιξη και εξεγείρει δια της αναίσχυντου επιβολής, κατ’ ουσία ουδεμία αξία εχουσών βρετανικών υποσχέσεων περί βοηθείας, βρετανικών εγγυήσεων κλπ. και μεταφέρει εις την ειρηνευμένη αυτήν ευρωπαϊκή περιοχή τα στοιχεία της ανησυχίας, της αβεβαιότητα της δυσπιστίας και εν τέλει του πολέμου.
Εύρε δε πάσα υποστήριξη εις το πρόσωπο όλων εκείνων των αμφιβόλων τύπων οι όποιοι, οικονομικώς ή ιδεολογικώς, οι την αγγλική επιρροή ευρισκόμενοι, ήσαν διατεθειμένοι να απαντηθούν τα συμφέροντα των ιδίων αυτών λαών χάριν των επιθυμιών των υλικών και πνευματικών αυτών εντολέων.
Με τις «εγγυήσεις» αυτές προσησηλυτίσθη άλλοτε το Ρουμανικό κράτος και αργότερο προ παντός το Ελληνικό κράτος. Ότι όμως όπισθεν των εγγυήσεων αυτών δεν βρισκότανε καμία δύναμη ικανή να παράσχει πραγματική βοήθεια και ότι σκοποί αυτών ήταν ο δελεασμός ορισμένων κρατών εις την επικίνδυνη τροχιά της πολιτικής των βρετανικών συμφερόντων, απεδείχθη υποθέτω, αρκούντως.
Ή Ρουμανία πλήρωσε πικρώς την «εγγύηση» δια της οποίας επιδιώκετο σκοπίμως ή απομάκρυνση της εκ των δυνάμεων του άξονα.
Ή Ελλάς, ή οποία είχε ολιγότερο από κάθε άλλον ανάγκην αυτής της εγγυήσεως, ήταν επίσης διατεθειμένη, υπακούουσα εις την δελεαστική αγγλική πρόσκληση, να σύνδεση την τύχη της με τον χρηματοδότη και εντολέα του βασιλικού της Κυρίου. Διότι και σήμερον ακόμη—νομίζω ότι οφείλω να πω τούτο χάριν της Ιστορικής αληθείας—είμαι υποχρεωμένος να προβώ εις αντιδιαστολή μεταξύ του Ελληνικού λαού και εκείνης της διεφθαρμένης αραιής ηγέτιδας τάξεως, ή Οποία, εμπνεόμενη υπό ενός υποταγμένου εις την Αγγλία Βασιλέως, έκήδετο ολιγότερο των πραγματικών καθηκόντων, της ηγεσίας του κράτους, οικειοποιουμένη πολύ περισσότερο τους σκοπούς της βρετανικής πολεμικής πολιτικής.
Το γεγονός τούτο με λύπησε ειλικρινά. «Υπήρξε δι’ εμέ τον Γερμανό, ο οποίος λόγω του τρόπου της διαπαιδαγωγήσεώς μου κατά την νεαρά ηλικία και λόγω του βιοτικού μου επαγγέλματος βραδύτερο, έτρεφα βαθύτατη εκτίμηση δια τον πολιτισμό και τις τέχνες ενός λαού, από τον οποίον εξεπορεύθη άλλοτε το πρώτον φως της ανθρώπινης ωραιότητας και αξιοπρέπειας, δύσκολο και πικρό να παρακολουθώ την εξέλιξη χωρίς να δύναμαι να πράξω το ελάχιστον.
Χάρις εις τα έγγραφα τα ανευρεθέντα εις την La Charitι λάβαμε γνώσιν της δράσεως των δυνάμεων εκείνων, οι οποίες θάττον ή βράδιον επέπρωτο να οδηγήσουν το ελληνικό Κράτος εις την ακατονόμαστη δυστυχία.
Ό κ. Τσώρτσιλ επέτυχε κατά το τέλος του θέρους παρελθόντος έτους να καταστήσει την υπόσχεση περί εγγυήσεως της Ελλάδος τόσον πιστευτή εις ορισμένους κύκλους, ώστε εκπήγασεν εκ τούτου μία ολόκληρος σειρά επανειλημμένων παραβιάσεων της ουδετερότητας. Από αυτές πλήγηκε κατά πρώτον λόγο ή Ιταλία.
Αισθάνθηκα ότι είχε την υποχρέωση να υποβάλει τον Οκτώβριο του 1940 προτάσεις εις την Ελληνική Κυβέρνηση και να αξιώνω εγγυήσεις, οι οποίες θεωρήθηκαν ικανές να θέσουν τέρμα εις τ ανυπόφορο αυτήν δια την Ιταλία κατάσταση.
Εις την πρόταση αυτήν εδόθη—έφ’ όσον ευρέθη υπό την εταιρεία των Βρετανών ερεθιστών του πολέμου—κατηγορηματικά σκαιά αρνητική απάντηση, πράγμα πού τερμάτισε την ειρήνη των Βαλκανίων.

Αι εν τω μεταξύ αρξάμενες δυσμενείς καιρικές συνθήκες, χιών, καταιγίδα και βροχή, εν συνδυασμό με μίαν—οφείλω να διαπιστώσω ενταύθα χάριν της Ιστορικής δικαιοσύνης—εξαιρετικά γενναία αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών, έδωσαν εις τ Κυβέρνηση των Αθηνών αρκετό χρόνο όπως αναλογιστεί τ· συνεπείας της ατυχούς αποφάσεως της και εξεύρει τις δυνατότητα μιας λογικής λύσεως της καταστάσεως.

Ή Γερμανία εν τω μεταξύ—τρέφουσα ενδομύχως την αμυδρά ελπίδα ότι θα εδύνατο ίσως να συντέλεση δι» οπουδήποτε τρόπου εις τον διακανονισμό της διαφοράς αυτής—δεν διέκοψε τ< μετά της Ελλάδος σχέσεις της. Θεώρησα εν τούτοις καθήκον μ· να επιστήσω από τότε ήδη την προσοχή ολοκλήρου του κόσμου και να τονίσω ότι δεν θα δυνάμεθα, εν περιπτώσει αναλήψεως των παλαιών εν συνδυασμό μετά της Θεσσαλονίκης σχεδίου του παγκοσμίου πολέμου, να παραμείνουμε αδρανείς θεατές. Ατυχώς όμως ή παραίνεσή μου ότι, εάν και εφόσον οι Άγγλοι θα άπεπρωντο να εδραιωθούν Οπουδήποτε εις την Ευρώπη, είμεθα αποφασισμένοι να τους διώξουμε αμέσως εις την θάλασσαν, δεν ελήφθη σοβαρά  ύπ’ όψιν. ούτω ήδυνήθημεν να διαπιστώσουμε κατά τ διάρκεια του παρελθόντος χειμώνα, ότι ή Αγγλία προέβαινε ολοένα και εντατικότερα εις την δημιουργία των βάσεων που εχρειάζοντο δια τον σχηματισμό ν μιας νέας στρατιάς της Θεσσαλονίκης. Άρχισε με την κατασκευήν αεροδρομίων, κατήρτισε πρωτίστως τους χώρους προσγειώσεων, απογειώσεων κ.τ.λ. με τι πεποίθηση ότι η εγκατάσταση του προσωπικού θα ηδύνατο να συντελεστεί τάχιστα. Εν τέλει κατέφθαναν αλληλοδιαδόχως μεταγωγικά φέροντα τα προς εξοπλισμό ενός στρατού χρειώδη, άτινα κατά την αντίληψη και την γνώμη του κ. Τσώρτσιλ—θα ήταν δυνατόν να μεταφερθούν εις Ελλάδα εντός ολίγων μόνον εβδομάδων
Ανέφερα ήδη, Βουλευτές μου, ότι τούτο δεν μας διέφυγε.

Επί μήνας ολόκληρους παρακολουθήσαμε την
αλλόκοτο αυτήν  κίνηση   μετ’ επιφυλάξεως,
άλλα και μετά προσοχής.

Ό αντίκτυπος τον όποιον υπέστη ή Ιταλία εις την βόρειο Αφρική λόγω τεχνικής κατωτερότητας της αντιαρματικής αμύνης και των τι θωρακισμένων αρμάτων έπεισε τέλος τον κ. Τσωρτσιλ ότι είχε έρθει πλέον ή κατάλληλος στιγμή να μεταφέρει το πολεμικό μέτωπο εκ Λ Λιβύης εις Ελλάδα. Διέταξε να μεταφερθούν εκεί τα εναπομείναντα &( άρματα ως και μεραρχίες πεζικού αποτελούμενες κυρίως εξ Αυστραλών και Νεοζηλανδών, βέβαιος ων ότι τώρα ήταν πλέον καιρός ν προβεί εις την ενέργεια εκείνη ήτις θ’ αναστάτωνε δια μιας ολόκληρο την Βαλκανική.
Ό κ. Τσωρτσιλ περιέπεσε ούτω εις το μεγαλύτερο στρατηγικό σφάλμα του παρόντος πολέμου. Ευθύς ως εξέλιπε πάσα αμφιβολία και απεδείχθη πλέον ότι σκοπός της Αγγλίας ήταν να εδραιωθεί εις την Βαλκανική, προέβην ε(ς τα δέοντα διαβήματα όπως και εκ γερμανικής πλευράς διατεθούν εις τον δι’ εμάς ζωτικά σημαντικό αυτόν χώρο οι δυνάμεις εκείνες αίτινες θα εχρειάζοντο προς άμεσο αντιμετώπισαν ενδεχομένου πραξικοπήματα του εν λόγω κυρίου. «Οφείλω να διαπιστώσω ενταύθα ρητώς ότι ενέργεια αυτή δεν στρεφότανε εναντίον της Ελλάδος. Αυτός ούτω ο Ντούτσε ουδέποτε με είχε παρακαλέσει εν προκειμένω να θέσω ε( την διάθεση του έστω και μίαν μόνη γερμανική μεραρχία. Είχε την πεποίθηση ότι με την επάνοδο ευνοϊκών καιρικών συνθηκών θα τελείωνε ούτως ή άλλως τάχιστα ο κατά της Ελλάδος αγώνας μετ’ επιτυχίας. Και εγώ ο ίδιος ήμουν της Ιδίας γνώμης.
Ή προέλαση των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων δε εγένετο συνεπώς δια να παρασχεθεί βοήθεια εις την Ιταλία εναντίον της Ελλάδος, άλλ’ αποτελούσε αποκλειστικώς ένα προβλεπτικό μέτρο εναντίον της απόπειρας την οποίαν έκαμε ή Αγγλία όπως επωφεληθεί της Ιταλοελληνικής συρράξεως και εμφωλευθεί κρυφά εις τα Βαλκάνια δια να επιτυχή εκείθεν—κατά τα υπόδειγμα τη ε(ς Θεσσαλονίκη αποβάσεως του παγκοσμίου πολέμου—το αποφασιστικό αποτέλεσμα, προ παντός όμως, ίνα παρασύρει εις την δίνη του πολέμου και αλλάς ακόμη δυνάμεις.
Ή ελπίδα αυτή εβασίζετο εν προκειμένω, μεταξύ άλλων, έτι δύο Κρατών: της Τουρκίας και της Γιουγκοσλάβας. Ακριβώς όμως με τα δύο αυτά Κράτη κατέβαλλα ήδη από της αναλήψεως τη εξουσίας προσπάθειας, δια να επιτύχω μίαν στενή συνεργασία βασιζόμενη επί οικονομικών σκοπιμοτήτων.

Ή Γιουγκοσλαβία υπήρξε— όσον αφορά τον καθαρά σερβικό πυρήνα—αντίπαλος μας κατά τον παγκόσμιο πόλεμο. Από το Βελιγράδι κυρίως άρχισε και επεκτάθηκε κατόπιν ο παγκόσμιος πόλεμος. Ο Γερμανικός  λαός   εν   τούτοις,   όστις εκ φύσεως δεν είναι μνησίκακος, δεν αισθανότανε κανένα  μίσος εναντίον  των Γιουγκοσλαβίας.

Ή Τουρκία υπήρξε σύμμαχος μας κατά τον παγκόσμιο πόλεμο. Ή ατυχής έκβαση του αγώνος εκείνου βάρυνε την χώρο αυτήν τόσον ακριβώς όσον και εμάς. Ό μέγας και μεγαλοφυή αναδημιουργός της νέας Τουρκίας έδωσε πρώτος ένα θαυμάσιο παράδειγμα και υπόδειγμα δια την ανάταση των τότε έγκαταλειφθέντων υπό της τύχης και φρικωδώς πληγέντων συμμάχων.
Ενώ όμως ή Τουρκία διατήρησε χάρις εις την ρεαλιστική στάση της κρατικής ηγεσίας της την ανεξαρτησία των Ιδίων αποφάσεων,

Ή Γιουγκοσλαβία έπιπτε θύμα των βρετανικών μηχανορραφιών

Βουλευτές μου,
Άνδρες του γερμανικού Ράϊχσταγκ.
Οι περισσότεροι εξ υμών γνωρίζουν, Ιδίως δε σεις παλαιοί μου σύντροφοι του κόμματος, πόσον προσπάθησα δια να δημιουργήσω σχέσεις ειλικρινούς κατανοήσεως, ακόμη δε και φιλίας μεταξύ της Γερμανίας και της Γιουγκοσλαβίας. Εργάσθηκα επί σειράν ετών δια τον σκοπό αυτόν. πίστευα ότι μερικοί εκπρόσωποι της χαράς αυτής αντιλαμβάνοντο ότι μόνον οφέλη ηδύναντο να προκύψουν από μίαν στενή συνεργασία των δύο μας κρατών. Όταν αύξησε δια τα Βαλκάνια ο κίνδυνος να εμπλακούν επίσης, λόγω των βρετανικών ραδιουργιών, εις τον πόλεμο, κατέβαλα ιδιαιτέρως κάθε προσπάθεια διάνα προφυλάξω την Γιουγκοσλαβία απ μίαν τόσον επικίνδυνη περιπλοκή. Ό επί των Εξωτερικών Υπουργός μας Ρίμπεντροπ υπέδειξε υπό το πνεύμα αυτό και με την γνωστή υπομονή και μεγαλοφυή επιμονή του εις απείρους συνεντεύξεις και συνομιλίας την σκοπιμότητα, ακόμη δε και την ανάγκη όπως παραμείνει τουλάχιστον αυτό το τμήμα της Ευρώπης εκτός το ανόσιου τούτου πολέμου. Υπέβαλε υπό το πνεύμα αυτό εις τη Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση προτάσεις τόσον εξαιρετικές και ειλικρινείς, ώστε φάνηκε τέλος πώς επληθύνθησαν και εις το Γιουγκοσλαβικό Κράτος οι υπέρμαχοι μιας τοιαύτης στενής συνεργασίας
Είναι συνεπώς απολύτως ορθός 6 σημερινός Ισχυρισμός του Μίστερ Χάλιφαξ ότι ή Γερμανία δεν είχε την πρόθεση να προκαλέσει πόλεμο εις τα Βαλκάνια.
Είναι ακόμη αληθές ότι κατεβάλαμε αντιθέτως ειλικρινείς προσπάθειας να επιτύχουμε, δια μιας ενάρξεως στενής συνεργασίας μετά της Γιουγκοσλαβίας, ε[ δυνατόν την πιθανότητα μιας υποφερτής δια τους Ιταλικούς πόθους λύση της Ιταλοελληνικής ρήξεως. Ό Ντούτσε όχι μόνον συγκατάνευσε εις την προσπάθεια όπως συνταυτίσουμε με την Γιουγκοσλαβία τα περί ειρήνης σχέδια μας δια μιας στενής κοινότητος συμφερόντων, αλλά και υποστήριξε εκθύμως αυτήν δι* όλων των μέσων. ούτω κατέστη επί τέλους δυνατόν να πεισθεί η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση όπως προσχωρήσει εις το Τριμερές Σύμφωνο, το όποιον άλλωστε δεν επέβαλλε ουδεμία αξίωση εις την Γιουγκοσλαβία, αλλά μόνον οφέλη προσκόμιζε εις αυτήν. Διότι οφείλω να πιστοποιήσω σήμερον χάριν της Ιστορικής αληθείας, ότι ή Γιουγκοσλαβία δεν υποχρεωνότανε να προσφέρει ουδεμία οιασδήποτε, μορφής βοήθεια. Απεναντίας μάλιστα έλαβε την επίσημο διαβεβαίωση των δυνάμεων του Τρίμερους Συμφώνου, ότι όχι μόνον δεν θα της εζητείτο βοήθεια άλλ’ ότι είμεθα πρόθυμοι να παραιτηθούμε της διαμετακομίσεως οιουδήποτε υλικού πολέμου. Ή Γιουγκοσλαβία έλαβε προσέτι, κατόπιν συγκεκριμένης αξιώσεως της Κυβερνήσεως της, την διαβεβαίωση ότι θα λάβει, εν περιπτώσει εδαφικών μεταβολών εις το Βαλκάνια μίαν διέξοδο εις το Αιγαίον Πέλαγος τελούσαν υπό την γιουγκοσλαβική κυριαρχία, περιλαμβάνουσα πλην άλλα και την πόλη της Θεσσαλονίκης.
Ούτω υπεγράφη την 25ην Μαρτίου τρέχοντος έτους εν Βιέννη ίνα σύμφωνο το οποίον εξασφάλιζε άφ’ ενός μεγάλο μέλλον εις την Γιουγκοσλαβία και άφ’ ετέρου την ειρήνη εις τα Βαλκάνια, θα αντιλαμβάνεσθε βεβαίως, Βουλευτά! μου, ότι εγκατέλειψα την ημέρα εκείνη την ωραία πόλη του Δουνάβεως με συναίσθημα πραγματικής ευτυχίας, όχι μόνον διότι φαινότανε ότι είχα δρέψει τους καρπούς μιας σχεδόν Οκταέτους εργασίας εξωτερικής πολιτικής, αλλά και διότι υπέθετα ότι θα απεσοβείτο ίσως ακόμη την τελευταία στιγμήν — καθισταμένη περιττή — ή γερμανική επέμβαση εις τα Βαλκάνια.
Δύο ημέρας αργότερα συνεκλονίσθημεν όλοι από την είδηση του πραξικοπήματος ολιγάριθμων και αργυρωνήτων στασιαστών, είδηση ήτις παρέσυρε τον Βρετανό πρωθυπουργό ν’ αναφώνηση πλήρης χαράς ότι έχει να ανακοίνωση επί τέλους κάτι το ευχάριστο.
Θα αντιλαμβάνεσθε ακόμη, Βουλευτά! μου, ότι δεν δίστασα ούτε στιγμήν δια να δώσω την διαταγή της επιθέσεως. Διότι δεν είναι δυνατόν να συμπεριφέρεται κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπον με το Γερμανικό Ράιχ.
Δεν δύναται κανείς να παρακαλεί επί έτη όπως απόκτηση μίαν φιλία, να υπογραφή ένα σύμφωνο το οποίον προσφέρει ωφελήματα μόνον εις τον έτερον των συμβαλλομένων και να πληροφορηθεί κατόπιν ότι όχι μόνον ακυρώθηκε αυθαιρέτως εντός μιας νυκτός ή συμφωνία, άλλ’ ότι επί πλέον επροπηλακίσθη ο εκπρόσωπος του Γερμανικού Ράιχ, ότι απειλήθηκε ο στρατιωτικός ακόλουθος, ότι πληγώθηκε ο βοηθός του στρατιωτικού ακολούθου, ότι πολυάριθμοι άλλοι. Γερμανοί κακοποιήθηκαν, ότι κατεστράφησαν Γραφεία, Σχολεία, κτίρια Εκθέσεων, κατοικίαι Γερμανών υπηκόων και ότι ή γερμανική μειονότης διώκεται και φονεύεται ως θήραμα, τεθείσα εκτός δικαίου.
Ο θεός γνωρίζει πόσον ηθέλησα την ειρήνη. Όταν όμως ένας μίστερ Χάλιφαξ δηλώνει με σαρκασμό ότι το γνώριζε αυτό και ότι ακριβώς δι αυτόν τον λόγο μας ανάγκασε να πολεμήσωμεν — ως εάν τούτο να αποτελεί ιδιαίτερο θρίαμβο της βρετανικής πολιτικής τέχνης — τότε δεν δύναμαι, ευρισκόμενος ενώπιον μιας τοιαύτης κακοηθείας,

παρά να προστατεύσω τα συμφέροντα του Ράιχ με όλα τα
μέσα τα οποία, δόξα τω θεώ, ευρίσκονται
εις την διάθεσή μας.

Έλαβα την απόφαση αυτή με ότι μεγαλύτερα ηρεμία εφ’ όσον γνώριζα ότι ένήργουν εν πλήρη ομοφωνία;
1) με το παραμείναν άμεταβλήτως πιστός εις ημάς φρόνημα και την στάση της Βουλγαρίας, όπως επίσης
2) με την επίσης δικαίως αγανακτισμένη Ουγγαρία. Και οι δύο αυτοί παλαιοί σύμμαχο! μας του Παγκοσμίου πολέμου θεώρησαν και ήσθάνθησαν την πράξη αυτήν ως μίαν πρόκληση προερχόμενη από ένα κράτος το όποιον είχε ήδη γίνει εις το παρελθόν η αφορμή της Ευρωπαϊκής αναφλέξεως και εν συνεχεία της οποίας
θα έπρεπε να έχει τύψεις, δια την μεγάλη και ανείπωτο δυστυχία ήτις έπληξε την Γερμανία, την Ουγγαρία και την Βουλγαρία.
Αι υπ’ εμού την 27ην Μαρτίου προς την Ανωτάτη Διοίκηση των Ένοπλων Δυνάμεων διαβιβασθείσες γενικές οδηγίες επιχειρήσεων έθεσαν τόσον τον στρατό όσον και την αεροπορία προ ενός δυσκολότατου προβλήματος. Έπρεπε να συντελεστεί, εντελώς εκ του προχείρου, μία πρόσθετος νέα μεγάλη παράταξη στρατευμάτων, να λάβουν χωράν μετακινήσεις ήδη αφιχθέντων σχηματισμό να εξασφαλισθεί ο ανεφοδιασμός υλικού, να παραληφθούν δε εκτός τούτου υπό της αεροπορίας πολυάριθμοι προχείρως κατασκευσθέντες αερολιμένες, οι όποιοι εκαλύπτοντο εισέτι από υδάτων
Άνευ της νοήμονος βοηθείας της Ουγγαρίας και της απολύτως ειλικρινούς στάσεως της Ρουμανίας θα ήταν πολύ δύσκολο εντός του προβλεφθέντος μικρού χρονικού διαστήματος εφαρμογής των διαταχθέντων μέτρων.
Ήμερα ενάρξεως της επιθέσεως ορίσθηκε ύπ’ εμού ή 6η Απριλίου. «Η εν Βουλγαρία ευρισκομένη στρατιά του Νότου ήταν κατά την ημέρα αυτήν έτοίμη προς επίθεση. Ή χρησιμοποίηση τι! άλλων στρατιών επρόκειτο να λαβή χωράν ευθύς ως ήθελαν ετοιμαστεί πλήρως προς δράση. Προθεσμίες είχαν καθορισθεί σχετικά ή 8η ή 10η και 11η Απριλίου.
Σκοπός της επιχειρήσεως ήταν ο ακόλουθος :
1) Προέλαση μιας στρατιάς εκ του βουλγάρικου χώρου εναντίον της Ελληνικής Θράκης μέχρι του Αιγαίου Πελάγους.
Το κυριοτέρον μέρος της επιχειρήσεως βάρυνε την δεξί πτέρυγα, ήτις είχε εντολή να διάσπαση δια χρησιμοποίησε μεραρχιών αλπινιστών και τεθωρακισμένων μεραρχιών την προς Θεσσαλονίκη οδό.
2) Προώθηση μιας δευτέρας στρατιάς με κατεύθυνση προς τα Σκόπια και με τον αντικειμενικό σκοπό να πραγματοποιήσει το ταχύτερο ή επαφή με τις εν Αλβανία ευρισκόμενος Ιταλία δυνάμεις.
Αύται οι δύο επιχειρήσεις όφειλαν να αρχίσουν την ( Απριλίου.    >
3) Ή επιχείρηση ή μέλλουσα να αρχίσει την 8ην Απριλίου προέβλεπε την προέλαση μιας στρατιάς προερχομένης εκ Βουλγαρίας, με γενική κατεύθυνση τη Νις και με αντικειμενικό σκοπό την άφιξή της εις τον δεσπόζοντα του Βελιγραδίου χώρο. Γερμανικό δε σώμα όφειλε να καταλάβει συνδυασμένα τα Βανάτον, φθάσει τοιουτοτρόπως εκ βορρά εις Βελιγράδι.
4) Μία άλλη στρατιά αναπτυσσόμενη εις Καρινθίαν και Στυρίαν και την Δυτική Ουγγαρία όφειλε να αναλάβει την 11ην Απριλίου επίθεση με γενική κατεύθυνση «Αγκραμ — Σεράγεβο — Βελιγράδι.
Εν συσχετίσει προς ταύτα εγένοντο συνεννοήσεις και μετά των συμμάχων μας

Ιταλίας  και  Ουγγαρίας.

Ό Ιταλικός στρατός είχε την πρόθεση να προχώρηση εκ του Γουλιανού μετώπου του κατά μήκος των ακτών, με γενική κατεύθυνση την Αλβανία, δια να συναντηθεί με τις εκείθεν δια της Σκόδρας προελαυνούσες Ιταλικές δυνάμεις.
Είχε ακόμη την εντολή να διάσπαση τις γιουγκοσλαβικές θέσεις εις τα αλβανογιουγκοσλαβικά σύνορα, έναντι των Σκοπίων, όπως επιτυχή την συνάντηση μετά των εκεί προελαυνόντων γερμανικών στρατευμάτων, να διάσπαση εν τέλει το ελληνικό μέτωπο εν Αλβανία, και να κύκλωση ει δυνατόν τον αντίπαλο πιέζοντας αυτόν προς την θάλασσαν. Εν συνεχεία προς τούτο έπρεπε να καταληφθούν αϊ νήσοι του Ιονίου και της Δαλματίας καθώς και όλες οι λοιπές βάσεις.
Εγένοντο ακόμη συνεννοήσεις περί κοινής δράσεως μεταξύ των δύο πολεμικών αεροποριών.

Ή   ηγεσία των γερμανικών  στρατιών των  διατεθεισών εις  την   Μακεδονία  και  Ελλάδα

ευρίσκετο εις χείρας του αποδεδειγμένως δοκιμασμένου εκ τω μέχρι τώρα εκστρατειών, Στρατάρχου φον Λίστ. Ούτος ξεπλήρωσε και την φοράν αυτήν με πραγματική στρατιωτική ανωτερότητα την ανατεθείσα εις αυτόν εντολή.
Αι από την νοτιοδυτική Γερμανία και την Ουγγαρία εναντίον της Γιουγκοσλαβίας προελαύνουσες δυνάμεις τελούσαν υπό τις διαταγές του Αρχιστρατήγου φον Βάις. Ούτος έφθασε επίσης εις βραχύτατον χρονικό διάστημα μετά των ύπ’ αυτόν τμημάτων· στρατού εις τα προκαθορισμένα σημεία.
Αι υπό την ανωτάτη ηγεσία του Στρατάρχου φον Μπράουχιτς και του Αρχιστρατήγου Χάλντερ δρώσαι στρατιές ως και τα τμήματα των Σ.Σ. εξανάγκασαν τοιουτοτρόπως μόλις μετά πενθήμερο την ελληνική στρατιά της Θράκης εις συνθηκολόγηση επέτυχαν την επαφή μετά των εξ Αλβανίας προελαυνουσών Ιταλικών δυνάμεων, κατέλαβαν οριστικώς την Θεσσαλονίκη, εξαναγκάσανε την Σερβία εις συνθηκολόγηση σε διάστημα 12 ήμερων και δημιούργησαν ούτω τις γενικές προϋποθέσεις δια την τόσον σκληρά όσο και ένδοξο διείσδυση εκείθεν της Λαρίσης προς τας Αθήνας. Επίσπευση της επιχειρήσεως αυτής υπήρξε ή κατάληψη της Πελοποννήσου ως και πλείστων ελληνικών νήσων.
Η Ανωτάτη Διοίκηση των «Ενόπλων Δυνάμεων θα εκτίμηση δεόντως το πράγματι Ιστορικής σημασίας τούτο κατόρθωμα. Ό Αρχηγός της Ανωτάτης Διοικήσεως των Ένοπλων Δυνάμεων Στρατάρχης Κάιτελ ως και ο Στρατηγός Γιόντελ διακρίθηκαν ως πάντοτε εξαιρετικώς εργασθέντες δια την επιτυχία των επιχειρήσεων.
Η υπό την προσωπική ηγεσία του Στρατάρχου του Ράιχ και του Αρχηγού του Γενικού του Επιτελείου Στρατηγού Γιέσονεκ δρώσα πολεμική αεροπορία ήταν διαμοιρασμένη εις δύο Ομάδας, υπό τις διαταγές του Αρχιστρατήγου Λερ άφ’ ενός και του Στρατηγό φον Ρίχτχοφεν άφ’ ετέρου.

Η αποστολή της συνίστατο:

1) Εις την συντριβή της εχθρικής πολεμικής αεροπορίας και την καταστροφή των επί του εδάφους εγκαταστάσεων της.
2) Εις την επίθεση εναντίον όλων των σημαντικών στρατιωτικών σημείων του Βελιγραδίου, κέντρου των συνωμοτών, για να εκμηδενισθούν ταύτα ευθύς εξ αρχής.
3) Εις την παροχή βοηθείας προς τα απανταχού αγωνιζόμενα γερμανικά στρατεύματα, εις την κατασυντριβή της αντιστάσεως του εχθρού, εις την δυσχέρανση της φυγής του και ει δυνατόν εις την παρεμπόδιση της επιβιβάσεως του εις τα πλοία, προσέτι δε εις την υπό αλεξιπτωτιστών και στρατευμάτων αεροπορικής αποβιβάσεως παροχή σημαντικής βοηθείας δια την επίλυση των στρατιωτικών προβλημάτων.

Κύριοι  Βουλευτές!

Εις την εκστρατεία αυτήν οι Γερμανικοί Ένοπλοι Δυνάμεις υπερέβαλαν πράγματι εαυτές!

Και αυτή ακόμη ή εις τα διάφορα μέτωπα παράταξη του στρατού παρείχε ανυπολόγιστους δυσκολίας. «Η  επίθεση εναντίον των εν μέρει ισχυρότατα οχυρωμένων θέσεων, Ιδιαιτέρως δε εις το θρακικό μέτωπο, ανήκε ωσαύτως εις την σειράν των βαρύτερων αποστολών με τις οποίες δύνατο να επιφορτιστεί ένας στρατιώτης
Τεθωρακισμένοι σχηματισμοί αγωνίσθηκαν εις την εκστρατεία αυτήν επί εδάφους το όποιον εθεωρείτο, μέχρι τούδε, ως αδιάβατο δια τα τάνκς.
Μηχανοκίνητα τμήματα πραγματοποίησαν κατορθώματα οποία   εξασφαλίζουν   εις   αυτά   τον μεγαλύτερο έπαινο το δι’ ένα   έκαστο   άνδρα,   την   Ικανότητα του, το θάρρος του, αντοχή του, όσον επίσης και δια την ποιότητα του υλικού.
Οι μεραρχίες Πεζικού, Αλπινιστών ως και αι τεθωρακισμένες τοιαύτες, όπως επίσης και αϊ μονάδες των όπλων Σ.Σ. αμιλλήθηκαν μεταξύ των αδιάκοπα εις ανδρεία και αυτοθυσία, εις αντοχή και εγκαρτέρηση δια να εξέλθουν νικήτριες εις τον αγώνα της πραγματοποιήσεως των τεθέντων σκοπών.
Η εργασία του Γενικού Επιτελείου υπήρξε και πάλιν έξοχος. Ή πολεμική αεροπορία όμως προσέθεσε εις την ιστορία κατακτήσαν ήδη δόξα της και μίαν ακόμη νέα όλως εξαίρετη Διεξήγαγε με μίαν αυτοθυσία και τόλμη, την οποίαν δύναται εκτίμηση μόνον εκείνος όστις γνωρίζει τις δυσκολίας του εδάφους αυτού, υπό χειρίστους ενίοτε κλιματολογικούς όρους, επιθέσεων διαρκείας πολλών ήμερων, οι οποίοι μέχρι τίνος θεωρούντο ως εντελώς απραγματοποίητοι.
Αντιαεροπορικά πυροβόλα συνόδευαν, όπως πάντοτε, πεζικό και τις τεθωρακισμένες μεραρχίας επί οδών, αι οποίαι δύνανται να χαρακτηρισθούν ούτε ως ατραποί.
Δια την εκστρατεία αυτήν πρέπει να χάραξη κανείς μία φράση:

Δια τον Γερμανό στρατιώτη τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο!

Οι οδηγοί των αρμάτων μάχης όσον και των μηχανοκινήτων μονάδων, οι οδηγοί των εφοδιοπομπών, των μηχανών Έλξεως του πυροβολικού και του αντιαεροπορικού τοιούτου, πρέπει να μνημονευθούν ιδιαζόντως εις το θέατρο αυτού του πολέμου.
Κατά τον εναντίον των οχυρωμένων θέσεων αγώνα, και εις την προσπάθεια προς επισκευή των γεφυρών και οδών έγραψαν οι σκαπανείς μας μίαν εξαιρετικώς ένδοξο σελίδα τα ενεργητικό των.
Τα σώματα πληροφοριών είναι αξία Ιδιαιτέρου επαίνου. Ή νικηφόρος αυτή εκστρατεία, η διεξαχθείσα επί κατεστραμμένων οδών, επί κατωφερειών, αίτινες είχαν τιναχθεί εις τον αέρα, επί Ορεινών ατραπών, δια μέσου Ορμητικών χειμάρρων, υπεράνω κατεστραμμένων γεφυρών, υπεράνω πανύψηλων κορυφών με στενότατες διαβάσεις και αποψιλωμένων κλιτύων, κατέστειλε τον πόλεμο εις δυο χώρας εντός χρονικού διαστήματος μόλις τριών εβδομάδων.
Αντιλαμβανόμεθα και γνωρίζομε πολύ καλά ότι μέγα ποσό-στον των επιτυχιών αυτών ανήκει εις τους συμμάχους μας. Ό άγων της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος όστις διήρκεσε 6 μήνας και όστις διεξήχθη υπό τους πλέον δυσχερείς όρους και όστις στοίχισε τις μεγαλύτερος θυσίας, δεν καθήλωσε μόνον τον κύριο όγκο του ελληνικού στρατού, αλλά και εξάντλησε αυτόν τόσο, ώστε ή κατάρρευσή του να αποβεί αναπότρεπτος.
Ο Ουγγρικός στρατός δικαίωσε επίσης εκ νέου το ένδοξο παρελθόν του. Κατέλαβε την Μπάτσκα και προήλασε με μηχανοκινήτους μονάδας εκείθεν του Σαύου.
Χάριν της ιστορικής όμως δικαιοσύνης είμαι υποχρεωμένος να διαπιστώσω ότι εκ των αντιπάλων οι οποίοι μας αντιμετώπισαν, ο Έλλην στρατιώτης πολέμησε ομοίως με παράτολμο θάρρος και ύψιστη περιφρόνηση προς τον θάνατον. Συνθηκολογούσε τότε μόνον, όταν πάσα περαιτέρω αντίσταση απέβαινε αδύνατος και επομένως ματαία.
Είμαι όμως υποχρεωμένος επίσης να ομιλήσω πλέον και περί εκείνου του αντιπάλου, όστις υπήρξε ή αφορμή και ή αιτία του αγώνος αυτού. Ως Γερμανός και ως στρατιώτης θεωρώ ανάξιο να καθυβρίσω ποτέ έναν ανδρείο αντίπαλο. Θεωρώ όμως αναγκαίο να υπεραμυνθώ της αληθείας εναντίον της κομπορρημοσύνης ενός ανθρώπου Ο Οποίος ως στρατιώτης είναι άθλιος πολιτικός όπως είναι ως πολιτικός άθλιος στρατιώτης. Ό κ. Τσώρτσιλ ο οποίος και την φοράν αυτήν υπήρξε ο προκαλέσας τον αγώνα, επιχειρεί, ακριβώς όπως και εις την περίπτωσιν της Νορβηγίας ή της Δουγκέρκης να ειπεί και εις την προκειμένη περίπτωσιν κάτι, το οποίον αργά ή γρήγορα θα δύνατο ίσως παρ’ όλα αυτά να ερμηνευθεί δια ψευδολόγου σοφιστείας ως επιτυχία.
Δεν θεωρώ τούτο ως έντιμο, αλλά προκειμένου περί του ανθρώπου αυτού είναι απολύτως φυσικό. Εάν ένας πολιτικός ήθελε ποτέ υποστεί τοσαύτες ήττας και ένας στρατιωτικός τοσαύτες καταστροφές, ασφαλώς και οι δύο δεν θα εδύναντο να παραμείνουν ούτε 6 μήνας εις το αξίωμα των, εκτός εάν διέθεταν την μόνη Ικανότητα ή οποία διακρίνει τον κ. Τσωρτσιλ, δηλαδή την ικανότητα να ψεύδεται με θεοσεβές ύφος επί τόσον χρόνο, όσος χρειάζεται δια να μετατραπεί ή τρομερότερη ήττα εις νίκη και μάλιστα εις ένδοξο νίκη.
Ό κ. Τσωρτσιλ δύναται ίσως να θολώνει με τον τρόπον αυτόν την αντίληψη των συμπατριωτών του, δεν δύναται όμως να εξαλείψει τις συνέπειες εκάστης ήττας. Εις την Ελλάδα αποβιβάσθηκε ένα αγγλικό εκστρατευτικών σώμα 60—70 περίπου χιλιάδων ανδρών. Ό ίδιος άνθρωπος υπεστήριξε προ της καταστροφής ότι επρόκειτο περί 240.000 ανδρών. Προορισμός του στρατού αυτού ήταν να επιφέρει μίαν ήττα και να μετατρέψει όπως και το 1918, την τύχη του πολέμου.

Ό δια μίαν ακόμη φοράν παρασυρθείς εις την δυστυχία βοηθός του Τσώρτσιλ—εις την περίπτωσιν αυτήν ή Γιουγκοσλαβία—εκμηδενίσθηκε εντός χρονικού διαστήματος μόλις δ εβδομάδων από της ενάρξεως των εχθροπραξιών.

Τα δε βρετανικά εν Ελλάδι  στρατεύματα ή φονεύθηκαν ή τραυματίσθηκαν ή αιχμαλωτίσθηκαν  ή πνίγηκαν εξεδιώχθησαν εις διάστημα   μόλις τριών εβδομάδων από της ενάρξεως των εχθροπραξιών. Αυτή είναι ή πραγματικότητα

Προφήτευσα λοιπόν και εις την περίπτωσιν αυτήν ορθότερα του κ. Τσώρτσιλ, όταν εις τον τελευταίον μου λόγο διέβλεπα, ότι θα επιτεθούμε εναντίον των «Άγγλων και θα τους ρίψουμε εις την θάλασσαν οπουδήποτε της ηπείρου και αν ήθελαν εμφανιστεί.
Τώρα δήλωσε με την γνωστή αυθάδειά του, ότι ο πόλεμος αυτός μας στοίχισε 75.000 νεκρούς, δηλαδή πλέον του διπλασίου των απωλειών τις οποίες είχαμε κατά την προς δυσμάς εκστρατεία. Προχωρεί μάλιστα ακόμη περισσότερο πληροφορεί με ένα από τα μίσθαρνα όργανα τους σπανίως με νοημοσύνη προικισμένο Άγγλους του, ότι οι Άγγλοι, αφού φόνευσαν απειραρίθμους Γερμανούς, απεχώρησαν εντέλει μόνον και μόνον από φρίκη δια θέαμα αυτής της σφαγής. Επομένως, οι Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί θα ευρίσκοντο ακόμη εις την Ελλάδα εάν οι συνδυάζοντες παραδόξως λεόντειον θάρρος και παιδική απλότητα Άγγλοι δεν φόνευαν τόσους Γερμανούς, ώστε να αισθανθούν εν τέλει αποστροφή και φρίκη εκ των Ιδίων ηρωικών πράξεων και ν’ αποφασίσουν να φύγουν επιβιβαζόμενοι εις τα πλοία.
Ίσως είναι αυτός ο λόγος δια τον όποιον βρήκαμε Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς νεκρούς,   αιχμαλωτίσαντες τους υπολοίπους εξ αυτών. Φαίνεται λοιπόν ότι παρόμοια πράγματα γίνονται πιστευτά εις μίαν δημοκρατία.

Θα σας υποβάλλω τώρα συνοπτικώς  τα αποτέλεσμα της εκστρατείας αυτής  με  μερικούς αριθμούς.

Κατά τις επιχειρήσεις εναντίον της Γιουγκοσλαβίας συνελήφθησαν αιχμάλωτοι καθαρώς Σέρβοι, εκτός των ως επί το πλείστον απολυθέντων Γιουγκοσλάβων Γερμανών, Κροατών και Μακεδόνων :
6.298 αξιωματικοί 337.864 οπλίτες
Αλλά και οι αριθμοί αυτοί δεν είναι οριστικοί, αντιπροσωπεύοντας μόνον το αποτέλεσμα των μέχρι τούδε γενομένων αριθμήσεων. «Ο αριθμός των «Ελλήνων αιχμαλώτων ανερχόμενοι 8.000 περίπου αξιωματικούς και 210.000 άνδρας, δεν πρέπει συγκριθεί με τον αριθμόν των Σέρβων αιχμαλώτων, διότι όσον αφορά τα ελληνικά στρατεύματα Μακεδονίας και Ηπείρου πρέπει να λεχθεί ότι υποχρεώθηκαν να συνθηκολογήσουν μόνον χάρις τις κοινές γερμανοϊταλικές επιχειρήσεις δια των οποίων κυκλώθηκαν ταύτα τελείως. ΟΙ «Έλληνες αιχμάλωτοι αφέθησαν ή θα αφεθούν περαιτέρω ελεύθεροι, λόγω της γενικώς ανδρείας στάσεως των στρατιωτών αυτών. Ή λεία δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί μέχρι τούδε ούτε κατά προσέγγισιν.

Ό αριθμός των αιχμαλώτων Άγγλων, Νεοζηλανδών και Αυστραλών εις αξιωματικούς και οπλίτες ανέρχεται εις άνω των 9.000. Το αναλογούν χάρις εις την δράση των όπλων μας εις ημάς μερίδιο υλικού, περιλαμβάνει επί τη βάσει των καταμετρήσεων αίτινες εγένοντο μέχρι τούδε 1)2 εκατομμυρίων όπλων, άνω των 1000 τηλεβόλων, πολλές χιλιάδας πολυβόλων, αντιαεροπορικά πυροβόλα, ολμοβόλα, απειράριθμα οχήματα και μεγάλος ποσότητας πολεμοφοδίων και αντικείμενα εξοπλισμού.

Εις το σημείο αυτό πρέπει  να μνημονευθούν και οι αριθμοί των υπό της αεροπορίας βυθισθέντων εχθρικών πλοίων:
Κατεστράφησαν 75 πλοία χωρητικότητας 400.000 τόνων, εβλάβησαν: 147 πλοία χωρητικότητας 700.000 τόνων.
Τα αποτελέσματα αυτά επετεύχθησαν δια της δράσεως των έξης γερμανικών δυνάμεων:
1) Δια τις εις την Νότιοανατολή επιχειρήσεις προβλέποντο εν συνόλω 31 πλήρεις και 2 ημιπλήρεις μεραρχίες.
Ή κινητοποίηση των δυνάμεων αυτών συντελέσθηκε εντός 7 ήμερων.
2) Εκ τούτων έλαβαν πράγματι μέρος εις τον αγώνα: 11 μεραρχίες πεζικού αλπινιστών, 6 τεθωρακισμένες μεραρχίες, τρεις πλήρεις και δυο ημιπλήρεις μηχανοκίνητοι μεραρχίες του στρατού και των όπλων Σ.Σ.
3) Εκ των μεραρχιών αυτών 11 ευρίσκοντο συνεχώς εις τον αγώνα πλέον των 6, αϊ δε 10’όλιγώτερον των 6 ήμερων.
4) Εις τον αγώνα δεν έλαβαν καθόλου μέρος  11 σχηματισμοί,
5) Προ της αποπερατώσεως ακόμη των επιχειρήσεων εν Ελλάδι απεσύρθησαν του μετώπου 3 σχηματισμοί, τρεις έτεροι δεν έφθασαν καν εις την γραμμή της μάχης εφόσον δεν υπήρχε πλέον ανάγκη και δύο παρέμειναν εις τους στρατώνας των δια τον αυτόν λόγο.
6) Εις τον αγώνα εναντίον των Άγγλων έλαβαν μέρος συγκεκριμένως μόνον 5 σχηματισμοί. Εκ των συμπεριλαμβανομένων όμως εις αυτούς 3 τεθωρακισμένων μεραρχιών αγωνίζοντο διαρκώς μόνον αϊ 2. Ή τρίτη απεσύρθη κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων ως περιττή.
Περαίνων δύνομαι ενταύθα να βεβαιώσω, ότι εις τον αγώνα εναντίον των Άγγλων, Νεοζηλανδών και Αυστραλών, έλαβαν μέρος εις την πραγματικότητα μόνον:
2 τεθωρακισμένοι μεραρχίες
1 μεραρχία αλπινιστών και ή προσωπική φρουρά.
Αι απώλειες του γερμανικού στρατού και της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας καθώς και εκείνες των Σ. Σ. όπλων υπήρξαν κατά την εκστρατεία αυτήν αϊ μικρότεροι όλων των απωλειών τις οποίες είχαμε μέχρι τούδε.
Ό γερμανικός στρατός απώλεσε εις τον αγώνα εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, Ελλάδος και της Μεγάλης Βρετανίας:.
Στρατός και όπλα Σ.Σ.
Νεκροί: 57 αξιωματικοί και 1042 υπαξιωματικοί και οπλίτες τραυματίες: 181 αξιωματικοί και 3571 υπαξιωματικοί και οπλίτες αγνοούμενοι: 13 αξιωματ. και 372 υπαξιωματικοί και οπλίτες
Πολεμική Αεροπορία:
Νεκροί: 10 αξιωμ. και 42 υπαξιωματ. και οπλίτες κηρυχθέντες εις άγνοια: 36 αξίωμα. και 104 υπαξιωματικοί οπλίτες.

Κύριοι Βουλευτές!
Δεν δύνομαι παρά να επαναλάβω ότι συναισθανόμεθα απολύτως την βαρύτητα του πλήγματος το όποιον υπέστησαν μεμονωμένοι οικογένειες και ότι ολόκληρος 6 Γερμανικός Λαός εκφράζει εις αυτές εκ βάθους καρδίας τις ευχαριστίας του. Εν τω συνόλω των όμως είναι τόσον μικρές οι απώλειες αυτές ώστε να δικαιώνουν πλήρως
1) την διενέργεια ως και το καθορισθέν χρονικό διάστημα της εκστρατείας
2) την ηγεσία των επιχειρήσεων και
3) τον τρόπον της διεξαγωγές αυτών.
Ή απαράμιλλος εκπαίδευσης του σώματος των αξιωματικών μας, οι γνώσεις και ή αξία των στρατιωτών μας, ή ανωτερότητα του οπλισμού μας, η ποιότητα των πολεμοφοδίων μας καθώς κα Ο αφάνταστος ηρωισμός εκάστου στρατιώτου υπήρξαν τα μέσο δια των Οποίων επιτύχομε μίαν ιστορικώς αποφασιστική νίκη μι τόσον μικρός θυσίας και δη κατά τον αυτόν χρόνο, καθ’ όν οι Δυνάμεις του Άξονος εκμηδένισαν την περιώνυμον επιτυχία των βρετανικών δυνάμεων εις την βόρειο Αφρική.
Διότι δεν δυνάμεθα να διαχωρίσουμε την στενά συνδεδεμένη με το όνομα του

Στρατηγού Ρόμμελ

δράση του γερμανικού εκστρατευτικού σώματος της Αφρικής ως και την δράση των Ιταλικών μαχητικών δυνάμεων εις τον αγώνα δι> την Κυρηναϊκή από την ενέργειά μας εις τα Βαλκάνια.
Εις εκ των πλέον ανικάνων στρατιωτικών ηγετών απώλεσε εδώ δια μιας 2 πεδία μάχης. Το ότι ο άνθρωπος αυτός, όστις θα παρεπέμπετο από κάθε άλλον λαό εις το στρατοδικείο θαυμάζεται εκ νέου ως Πρωθυπουργός εις την χωράν αυτήν δεν ανταποκρίνεται προς την κλασική μεγαλοθυμία των Ρωμαίων γερουσιαστών έναντι των εντίμως ηττηθέντων αρχιστρατήγων του, άλλα αποτελεί απόδειξη της αιωνίας τυφλώσεως δια της Οποίας «οι θεοί μωραίνουν ους βούλονται απωλέσαι». Οι συνέπειες της εκστρατείας ταύτης είναι εξαιρετικοί. Λόγω της εκ των περιστάσεων αποδειχθείσης πιθανότητας ότι μία μικρά κλίκα συνωμοτών του Βελιγραδίου θα ήταν πάντοτε εις θέση να προκαλεί ταραχές χάριν μη ηπειρωτικών συμφερόντων, σημαίνει ανακούφιση δι’ ολόκληρη την Ευρώπη το γεγονός, ότι Ο κίνδυνος αυτός έχει πλέον τελείως εκλείψει. Ό Δούναβης, ή σημαντικότατη συγκοινωνιακή αρτηρία εξασφαλίσθηκε εις το μέλλον οριστικώς από βιαιοπραγίες. Ή συγκοινωνία έχει ήδη αποκατασταθεί καθ’ όλη της την έκταση. Το Γερμανικό Ράιχ δεν έχει καμία άλλη εδαφική αξίωση εις τις περιοχές αυτές εκτός μιας μετριοφρόνου επανορθώσεως των εκ της εκβάσεως του παγκοσμίου πολέμου παραβιασθέντων συνόρων της
Πολιτικώς ενδιαφερόμενα μόνον δια την εξασφάλιση της ειρήνης εις τον χώρο αυτόν, οικονομικώς δε δια την αποκατάσταση μιας τάξεως πραγμάτων, ήτις Φα επιτρέψει την ανάπτυξη της παραγωγής και κατασκευής των προϊόντων προς το συμφέρον όλων, ως και την παραγωγή της ανταλλαγής εμπορευμάτων.

Αλλά πάσα ενέργεια ανταποκρίνεται τότε μόνον εις τα πνεύμα μιας ανωτέρας δικαιοσύνης, όταν λαμβάνονται ύπ’ όψιν και τι συμφέροντα τα βασιζόμενα επί εθνογραφικών, Ιστορικών αλλά και οικονομικών δρώμενων. Εις την εξέλιξη αυτήν όμως ή Γερμανία είναι απλώς ένας ενδιαφερόμενος θεατής. Ευχαρίστως βλέπομε ότι οι σύμμαχοί μας δύνανται τώρα πλέον να ικανοποιήσουν τις δικαία εθνικές και πολιτικές φιλοδοξίες των. Χαίρομε δια την δημιουργία ενός ανεξαρτήτου Κροατικού κράτους με το οποίον ελπίζαμε να συνεργασθούμε μελλοντικώς μετά φιλίας και εμπιστοσύνης. Τούτο θα αποβεί από οικονομικής ιδίως απόψεως—προς όφελος αμφοτέρων
Το γεγονός επίσης ότι ο Ουγγρικός Λαός προχώρησε ένα ακόμη βήμα εις την αναθεώρηση της άλλοτε επιβληθείσης εις αυτό αδίκου συνθήκης της ειρήνης, τυγχάνει επίσης πλήρους εγκάρδιας κατανοήσεως εκ μέρους μας. Η επανόρθωση του προσγενόμενου άλλοτε εις την Βουλγαρία αδικήματος μας συγκινεί ιδιαίτερα. Ανταποδώσαμε ούτω μίαν ιστορική υποχρέωση ευγνωμοσύνη εις τον πιστό συμπολεμιστή του Παγκοσμίου πολέμου, έφ’ όσο ο Γερμανικός Λαός κατέστησε δυνατή την αναθεώρηση αυτήν δια των όπλων του.

Το ότι ή σύμμαχος μας Ιταλία αποκτά επιρροή επί το τόσον εδαφικά όσον και πολιτικώς, μόνον εις αυτήν αρμόζοντα ζωτικό χώρο, αποτελεί ικανοποίηση αντάξια της μιας μεγάλης θυσίας αίματος εις την οποίαν υπεβλήθη χάριν το μέλλοντος του Άξονος από του «Οκτωβρίου παρελθόντος έτους και εντεύθεν.

Δια τον ηττημένο και δυστυχή Ελληνικό Λαό αισθανόμεθα ειλικρινή λύπη. Είναι το θέμα του Βασιλέως του και μιας μικρής τυφλωθείσας τάξεως ηγετών. Αγωνίσθηκε όμως τόσον γενναίως, ώστε και αυτοί οι εχθροί του ακόμη δεν δύνανται να αρνηθούν την προς αυτόν εκτίμηση.
Ό Σερβικός Λαός όμως θα εξαγάγει ίσως μίαν ημέρα εκ τις παρούσης καταστροφής του, το μόνον ορθόν συμπέρασμα ότι οι στασιαστές αξιωματικοί είναι πάντοτε και δι’ αυτήν την χωράν φορεί δυστυχίας. Όλοι όμως οι πληγέντες από την δυστυχία δεν θα λησμονήσουν ίσως την φοράν αυτήν τόσον γρήγορα τον Ιδιάζοντα ευγενικό τρόπον με τον Οποίον τους εγκατέλειψαν οι ηγέτες και το Κράτος εκείνο δια το οποίον είχαν την τιμήν να θυσιαστούν σύμφωνα με την ωραία βασική αρχήν του λαϊκού ρητού : «Ψόφησε το βόϊδι, πάει ή κολιγιά μας».
Πολύ σπανίως έχει ανταμειφθεί με μεγαλύτερο κυνισμό θυσία μικρών λαών όσον εις την περίπτωσιν αυτήν. «Η πλέον αναίσχυντος πράξη πού δύναται να παρουσίαση η παγκόσμια ιστορία είναι το θέαμα εθνών, τα όποια σπρώχνονται εις ένα πόλεμο δια να τους δηλωθεί κατόπιν ότι δεν πίστευε κανείς εις μιαν επιτυχή έκβαση και ότι τούτο συνέβη μόνον δια να εξαναγκασθεί κάποιος άλλος, όστις δεν ήθελε να πολεμήσει εις το πεδίον αυτό της μάχης να τους αντιμετωπίσει εκεί παρά την θέληση του.
Μόνον μια εποχή κατά την οποίαν ενώνονται ή κεφαλαιοκρατική απληστία με την πολιτική υποκρισία, όπως συμβαίνει τόσο σήμερον εις τις Δημοκρατίες μας, δύναται να εκλάβει μίαν τοιαύτη πράξη ως τόσον ολίγον επαίσχυντων, ώστε να τολμούν  μάλιστα οι δη’ αυτήν υπεύθυνοι να καυχώνται και δημοσίως   ακόμη!

Βουλευτές μου!
Άνδρες  του   Ράϊχσταγκ!

Εάν ανασκοπήσουμε την τελευταία αυτήν εκστρατεία, θα αντιληφθούμε και πάλιν μετά πεποιθήσεως, πόσον μεγάλη υπήρξε ή συμβολή και ποία σημασία πρέπει να αποδοθεί εις την άρτια εκγύμναση του στρατιώτου, αλλά επίσης και εις τον άριστον εξοπλισμό. Εξοικονομήθει πολύ αίμα, διότι, προηγουμένως είχε χυθεί πολύς ιδρώτας. Παν ότι διδάχθηκε εις τους στρατιώτες μας κατά τη αδιάκοπο και κοπιώδη εκγύμναση των, έφερε ακριβώς κατά τη εκστρατεία αυτήν μέγιστα αποτελέσματα. Χάρις εις τις γνώσεις του Γερμανού στρατιώτου και της ηγεσίας του, επιτυγχάνεται με κατώτατο όριο θυσίας αίματος το ανώτατο όριο αποτελεσμάτων.
Το ελάχιστον όμως όριο θυσιών προϋποθέτει και απαιτεί τη εις τα ανώτατο δυνατό όριο ύπαρξη όπλων, ποιότητος των όπλων, πολεμοφοδίων και ποιότητος αυτών.
Δεν ανήκω εις εκείνους οι όποιοι διαβλέπουν εις την πόλη μόνον ίνα υλικό πρόβλημα. Διότι ή ύλη είναι νεκρά, μόνο δε ο άνθρωπος της δίδει την ζωή.
Και αυτός ο καλύτερος στρατιώτης θα αποτύχει, εάν δοθεί ει τας χείρας του κακόν ή ανεπαρκές όπλο.
Ή ζωή πολλών τέκνων μας ευρίσκεται κατά συνέπεια εις τα χείρας της αμάχου χώρας. Με τον Ιδρώτα και τον μόχθο αυτή δύναται να επέλθει οικονομία αίματος των στρατιωτών μας.

Είναι δε ύψιστο καθήκον του γερμανικοί) λάου να πράττει το πάν χάριν του αγωνιζομένου μετώπου, δια να δώσει εις τούτο τα όπλα πού χρειάζονται.

Διότι μεταξύ των άλλων αίτιων άτινα οδήγησαν εις την απώλεια του παγκοσμίου πολέμου, συγκαταλέγεται επίσης και η έλλειψη ενός έκτοτε ήδη απαραιτήτου νέου όπλου επιθέσεως ως και ή έλλειψη του αντιστοίχου όπλου αμύνης.
Οι στρατιώτες μας έδωσαν ακριβώς κατά. την εκστρατεία αυτήν το μέτρο της ικανότητος των. Ή άμαχος χώρα δεν είναι ποτέ εις θέση να υπολογίσει το άθροισμα των μόχθων ενός εκάστου ή του συνόλου. Παν ότι παρέχει αυτή, έξ’ ιδίας εργατικής δυνάμεως εις το έθνος κατά τον υπέρ υπάρξεως αγώνα, δεν ανταποκρίνεται ποσώς προς εκείνο το οποίον προσέφεραν, προσφέρουν και θα προσφέρουν ακόμη τα εκατομμύρια των ανδρών μας εις τα μέτωπα.
Δεν επιθυμώ να μας υπερτερήσει ποτέ ένα άλλο κράτος από της απόψεως αυτής. Όχι δε μόνον τούτο. Είμεθα υποχρεωμένοι να φροντίσουμε όπως μη μειωθεί ή υπεροχή μας, αλλά όπως αυξάνει αδιάκοπα. Τούτο δε είναι ζήτημα εργασίας και συνεπώς ζήτημα θελήσεως και των ικανοτήτων μας.
Νομίζω ότι αϊ Γερμανίδες κόρες και Γερμανίδες γυναίκες δύνανται να παράσχουν εις την προκειμένη περίπτωσιν ακόμα μίαν πρόσθεταν υπηρεσία. Εκατομμύρια Γερμανίδων βρίσκονταν ε(ς την ύπαιθρο και εις τους αγρούς, όπου αντικαθιστούν του άνδρας εργαζόμενοι σκληρά. Εκατομμύρια Γερμανίδων εργάζονται εις εργοστάσια, εργαστήρια και γραφεία, αντικαθιστώντας εκεί επίσης τους άνδρας. Ή απαίτησή μας όπως τα εκατομμύρια των εργαζομένων συντροφισσών μας χρησιμεύουν ως πρότυπο και εις αλλάς ακόμη εκατοντάδας χιλιάδων, δεν είναι διόλου άδικος. Διότι καίτοι είμεθα σήμερον εις θέση να κινητοποιήσουμε εργατικώς δια τον αγώνα τούτο, πλέον του ημίσεως της Ευρώπης μένει εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο λαός μας ευρίσκεται επί κεφαλής της εργατικής ταύτης διαδικασίας, αποτελών τον πολυτιμότερο παράγοντα του συνόλου. Εάν σήμερον οι δημοκρατικοί ερεθιστές μιας χώρας— τους οποίους δεν έχει βλάψει ποτέ ο γερμανικός λαός και των οποίων ο ισχυρισμός ότι έχει την πρόθεση να τους βλάψει είναι κυριολεκτικώς παράλογο ψεύδος—απειλούν να καταπνίξουν το δη’ αυτούς ενοχλητικών εθνικοσοσιαλιστικόν λαϊκό κράτος με τον όγκο του κεφαλαιοκρατικού των συστήματος και με την υλική παραγωγή των, τότε μία μόνον απάντηση δύναται να τους δοθεί:
«Ό γερμανικός λαός δεν θα αναγνωρίσει ποτέ πλέον ένα κράτος όπως το 1918, αλλά τουναντίον Φα επιτυχή ακόμη μεγαλύτερος αποδόσεις εις όλους τους τομείς της εθνικής αντιστάσεως.
θα   αναγάγει  με  ολονέν αυξανόμενο   φανατισμό εις
σύμβολο πίστεως το ρήμα: ούτε ή βία των όπλων ούτε
ο χρόνος θα σταθούν ποτέ ικανά να μας κάμψουν πόσον
μάλλον  να μας συντρίψουν.
Θα διατηρήσω δια τον λόγο αυτόν την υπεροχή του εξοπλισμού του και δεν θα αφήσω υπό ουδεμία  περίπτωση  να ελαττωθεί η απόσταση  ήτις   υφίσταται μεταξύ   της  παραγωγικής   ικανότητα των αντιπάλων.
Εάν ο Γερμανός στρατιώτης έχει σήμερα τα καλύτερα όπλα του κόσμου, θα απόκτηση κατά το τρέχον και το επόμενο 6τ« ακόμη τελειότερα.
Έφ’ όσον τώρα ήδη δεν τον βαρύνει—κατ’ αντιδιαστολή προς τον παγκόσμιο πόλεμο—ή οικονομική πλευρά του αγώνα δεν υφίσταται- κατά μείζονα λόγο φόβος να συμβεί τούτο εις το μέλλον. Τουναντίον θα βελτιωθεί.
Έχουμε, κατά συνεπεία, την υποχρέωση να ενσωματώσουμε την εργατική δυναμικότητα ολοκλήρου του έθνους εις την μεγαλύτερη εξοπλιστική διαδικασία της παγκοσμίου ιστορίας τα προς τούτο απαιτούμενα μέτρα θα ληφθούν με εθνικοσοσιαλιστική αποφασιστικότητα και ριζικότητα.
Δύναμαι άλλωστε να σας διαβεβαιώσω, Βουλευτά! μου, κ Άνδρες του Ράϊχσταγκ, ότι αποβλέπω με πλήρη ηρεμία και απόλυτη πεποίθηση εις το μέλλον. Το Γερμανικό Ράιχ και οι σύμμαχοι του αποτελούν στρατιωτικά, οικονομικά και προ πάντων ηθικώς μίαν δύναμη, ήτις υπερέχει οιουδήποτε συνασπισμού του κόσμου τον οποίον δύναται να φανταστεί κανείς.

Οι γερμανικοί ένοπλοι δυνάμεις θα επέμβουν πάντοτε εκεί οπού και οπόταν παραστεί ανάγκη.

Η εμπιστοσύνη του γερμανικού λαού θα συνοδεύει εις τις περιπτώσεις αυτές τους στρατιώτες του εις τον δρόμο των. Γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος αυτός είναι ή συνέπεια της απληστίας μερικών διεθνών ερεθιστών του πολέμου και του μίσους των όπισθεν αυτών 1σταμέν< εβραϊκών Δημοκρατιών.
Οι εγκληματίες αυτοί απέκρουσαν πάσα γερμανική επιθυμία ειρήνης, διότι αντίκειται εις τα κεφαλαιοκρατικά των συμφέροντα. Όταν όμως κανείς τολμά να εκστομίζει, προκειμένου πι μιας τόσον σατανικής ενεργείας, την λέξη «θεός», βλασφημεί την πρόνοια και δεν δύναται να θερίσει τίποτε άλλο από την εξουθένωση.
Αυτός είναι ο λόγος δια τον όποιον δεν μαχόμεθα σήμερα πλέον μόνον δια την ιδίαν μας ύπαρξη, αλλά και δια να ελευθερώσουμε τον κόσμο από μίαν συνομωσία ήτις εννοεί να υποτάξη κατά ασυνείδητο τρόπον την ευτυχία των λαών και των ανθρώπων εις τον ποταπών εγωισμό της.
Η εθνικοσοσιαλιστική κίνηση κατέβαλλε κάποτε εις δει πενταετές αδιάκοπο αγώνα τους εχθρούς αυτούς εις το εσωτερικό της χώρας. Το εθνικοσοσιαλιστικόν κράτος θα επιτυχή απαλλαγή και εις το εξωτερικό από αυτούς. Το έτος 1941 πρέπει να εισέλθει εις την ιστορία ως το σημαντικότερον έτος της αντιστάσεως μας!
Αφήσατε με να εκφράσω από της θέσεως αυτής τις ευχαριστίες μου προς  τους Γερμανούς στρατιώτες  δια τις υπέροχες αποδόσεις τις οποίας σημείωσαν κατά την διάρκεια της νέας εκστρατείας, αλλά και τις ευχαριστίας μου προς τον γερμανικό λαό των πόλεων και της υπαίθρου, διότι δημιούργησε με την εργατικότητά του τις προϋποθέσεις των επιτυχιών αυτών.
Ιδιαιτέρως ευχαριστούμε εκείνους τους Γερμανούς συντρόφους του Λαού μας, οι όποιοι θυσίασαν την ζωή των ή πληγώθηκαν εις τον αγώνα αυτόν και αυτούς, οίτινες θρηνούν τα θύματα ταύτα.
Προσβλέποντας προς τον παντοδύναμο οδηγητή των πεπρωμένων,  τον ευχαριστούμε   όλως ιδιαιτέρως ότι μας επέτρεψε σημειώνουμε τις μεγάλες αυτές επιτυχίες με τόσον λίγη απώλεια.   Τον παρακαλούμε μόνον να μην εγκαταλείψει και εις μέλλον τον Λαό μας.
Παν ότι εξαρτάται από ημάς δια την καταπολέμηση εχθρών, θα γίνει. Εις την χωράν αυτήν ζωντάνευσε ένα πνεύμα το οποίον ό κόσμος δεν κατόρθωσε μέχρι τούδε ακόμη να υπερνικήσει! Συναίσθημα κοινής πίστεως κατέλαβε τον Λαό μας εκείνο το όποιον κατορθώσαμε να αποκτήσομε επί τέλους κατόπιν μακράς και απατηλής διαδρομής εσωτερικών αγώνων και το οποίο μας πληροί υπερηφάνειας έναντι των άλλων Λαών, δεν θα εδύνατο να μας το απόσπαση πλέον ουδεμία δύναμη του κόσμου.
Την εποχή της εβραιοκεφαλαιοκρατικής μανίας του χρυσού, των κοινωνικών αξιωμάτων και των τάξεων, ίσταται αντιμέτωπο όλων αυτών το εθνικοσοσιαλιστικόν Λαϊκό Κράτος, μνημείο ακατάλυτο κοινωνικής δικαιοσύνης και καθαράς λογικής. Δεν θα επιζήσει μόνον του πολέμου αυτού άλλα και της επερχόμενης χιλιετηρίδας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s