ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Συναγωνιστές και συναγωνίστριες αυτό το άρθρο αποτελεί το πρώτο μιας σειράς άρθρων που θα δημοσιεύσουμε με αντικείμενο την εφαρμογή των αρχών της φυλετικής ενότητας στο πεδίο της οικονομίας.

Έχουμε αναπτύξει τις ιδέες μας στα άρθρα μας περί φυλετικού σοσιαλισμού βασισμένοι στο έργο των μεγάλων θεωρητικών του εθνικοσοσιαλισμού στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο.

 

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον Έλληνα καθηγητή οικονομικών Ξενοφώντα Ζολώτα, τη διαφώτισή μας στη μεταβολή της θεώρησης της οικονομίας εξίσου με τους Ευρωπαίους εθνικοσοσιαλιστές και μάλιστα να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόταν στην πνευματική πρωτοπορία της εποχής του, καθώς με το έργο του “Δημιουργικός Σοσιαλισμός” ξεπέρασε με υπέροχο τρόπο την αστική οικονομική θεώρηση χωρίς να φοβηθεί να καταθέσει μια τόσο σοσιαλιστική οικονομική πρόταση, που εύκολα οι δεξιοί θα τον χαρακτήριζαν ως “κομμουνιστή”.

 

Επίσης μιλώντας για τις ηθικές βάσεις του σοσιαλισμού και καταδεικνύοντας το οικονομικό αδιέξοδο του κομμουνισμού απέδειξε ότι ιστορικά, οικονομικά, ηθικά και φιλοσοφικά ο μόνος σοσιαλισμός είναι ο εθνικός.

 

Κεντρικό θέμα σε μια παραγωγική οικονομία, δηλαδή σε μια οικονομία που δεν έχει αποβιομηχανοποιηθεί και καταστεί πλήρως αντιπαραγωγική, όπως σήμερα η Ελληνική, είναι ο έλεγχος και η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Μέσα παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν οι βιομηχανίες, τα ναυπηγεία, τα επίγεια, εναέρια και θαλάσσια μέσα συγκοινωνιών και μεταφορών, τα μέσα εξόρυξης ορυκτού πλούτου κλπ. Οι οικονομικά φιλελεύθεροι, δηλαδή η αστική δεξιά και ιδίως η ακροδεξιά πιστεύουν ότι τόσο η ιδιοκτησία όσο και ο έλεγχος των παραγωγικών μέσων πρέπει να ανήκουν σε ιδιώτες, οι οποίοι αποφασίζοντας ελεύθερα για το που και το πώς θα επενδυθούν τα χρήματά ‘τους’, καθώς και για τον καθορισμό των τιμών σε συνθήκες ‘ελεύθερης’ αγοράς αποκομίζουν το μέγιστο οικονομικό κέρδος για τους ίδιους και τους επιχειρηματικούς ομίλους τους οποίους διευθύνουν.
Υποτίθεται ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός μεταξύ των ανταγωνιστικών επιχειρηματικών ομίλων θα κατεβάσει την τιμή πώλησης αγαθών και υπηρεσιών λίγο πάνω από τη τιμή κόστους (στο κόστος συμπεριλαμβάνονται και οι αμοιβές των εργαζομένων κατά την αστική οικονομική θεώρηση), επομένως θα ικανοποιηθεί η λεγόμενη ‘αρχή των εξόδων’, δηλαδή η τιμή διάθεσης των αγαθών στο εμπόριο θα προσεγγίζει τα έξοδα παραγωγής τους. Βεβαίως αυτή η θεώρηση είναι πέραν πάσης πραγματικότητας αφού είναι γνωστό ότι σε κάθε ‘ελεύθερη’ αγορά κυριαρχούν είτε τα μονοπώλια είτε τα ολιγοπώλια που σχηματίζουν τραστ και τα οποία καθορίζουν τις τιμές πολύ πάνω από τα έξοδα παραγωγής συμπιέζοντας ταυτόχρονα το εργατικό ‘κόστος’1, ώστε να επιτευχθεί το μέγιστο κέρδος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η χώρα μας όπου πχ η διύλιση των καυσίμων ελέγχεται από δύο ομίλους, το χονδρεμπόριο και το λιανεμπόριο από λίγες πολυεθνικές, το εφοπλιστικό κεφάλαιο απολαμβάνει δια νόμου ασυλία από τον διεθνή ανταγωνισμό καθώς και πλήθος φοροαπαλλαγών και όσες επιχειρήσεις λειτουργούν πράγματι υπό το καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού είναι εξαρτώμενες από τα ολιγοπώλια που προαναφέραμε καθώς προμηθεύονται πρώτη ύλη, καύσιμα ή εισαγόμενα προϊόντα από τις προαναφερθείσες.
Στο κομμουνιστικό καθεστώς τα μέσα παραγωγής είναι καθολικώς κρατικοποιημένα ή αλλιώς κοινωνικοποιημένα. Όλες οι βιομηχανικές μονάδες ανήκουν στο κράτος και το υποτυπώδες εμπόριο μέσω του οποίου γίνεται η διακίνηση των προϊόντων στην αγορά διενεργείται από κρατικούς οργανισμούς. Είναι δεδομένο ότι συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο εμφάνισε τόσο χαμηλή παραγωγικότητα και οικονομική δυσπραγία που έχει καταδικαστεί ιστορικά, περιμένοντας καρτερικά τον καπιταλισμό να φθάσει τους λαούς σε εξίσου χαμηλό βιοτικό επίπεδο, ώστε να φανεί και πάλι ελκυστικό. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η καθολική εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής την οποία αρνηθήκαμε ιστορικά ως εθνικοσοσιαλιστές, και την αρνούμαστε και σήμερα ως νοήμονες άνθρωποι, είναι η αιτία για την οποία η κομμουνιστική προπαγάνδα μας κατηγορεί ως μη σοσιαλιστές. Κάποιοι σκόπιμα προπαγανδίζουν ότι απλά ο εθνικοσοσιαλισμός κινήθηκε σε μια μέση οδό μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού προσπαθώντας να γεφυρώσει την εθνική ενότητα με τις ταξικές αντιθέσεις. Είναι ψεύτες μην τους ακούτε!
Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι μια νέα, μοναδικά ευφυής σύνθεση βιολογικών, οικονομικών και φιλοσοφικών στοιχείων, που δεν προσδιορίζεται και δε προσδιορίστηκε ποτέ μεταξύ των άκρων δεξιά–αριστερά αλλά ακολούθησε ένα μοναχικό επαναστατικό δρόμο ως το νεότερο ιδεολογικό ρεύμα της εποχής, ακόμα και στην οικονομία.
Ποια ήταν, λοιπόν, η πρόταση του εθνικοσοσιαλισμού ως προς την κατοχή και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής; Καταρχήν ‘έσπασε’ την κατοχή από τον έλεγχο. Αναλόγως με την περίσταση έγιναν εθνικοποιήσεις των μέσων παραγωγής, όπως για παράδειγμα με την δημόσια εταιρεία μεταλλουργικών εξορύξεων (Metallurgische Forschungs με το ακρωνύμιο Mefo) υπό τη διοίκηση του Herman Goering, αλλά αυτές ασφαλώς δεν ήταν καθολικές.
Ας μη λησμονούμε ότι η αντικατάσταση όλης της στελέχωσης των ιδιωτικών επιχειρήσεων με δημοσίους υπαλλήλους εκτός του ότι θέλει πάρα πολύ χρόνο για να γίνει με σωστό και αξιοκρατικό τρόπο, ενέχει και τον κίνδυνο της μετατροπής των επιχειρήσεων από παραγωγικές μονάδες σε δημόσιες υπηρεσίες οι οποίες όσο και υψηλή αποδοτικότητα να έχουν, δεν παύουν να υπηρετούν γενικά άλλο σκοπό από αυτόν της παραγωγής.
Βεβαίως, ο δημόσιος έλεγχος των μονοπωλίων, όπως για παράδειγμα η παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, τα διυλιστήρια, η εξόρυξη ορυκτού πλούτου, οι τηλεπικοινωνίες κλπ., αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής μας μέσω του ελέγχου από το κράτος της πλειοψηφίας των μετοχών, του ορισμού των διευθυντικών στελεχών κλπ.
Ας έρθουμε τώρα στις ‘ιδιωτικές’ επιχειρήσεις. Πώς μπορεί να γίνει εκεί η διάκριση μεταξύ κατοχής και ελέγχου του μέσου παραγωγής ώστε να παράγει ως ιδιωτικό αλλά να ελέγχεται από το κράτος. Η απάντηση είναι απλή: μέσω του ελέγχου των τιμών και των μισθών των εργαζομένων από το κράτος, εξαφανίζοντας έτσι την κερδοσκοπία. Ας έρθουμε λίγο στη λειτουργία του μηχανισμού των τιμών.
Όταν ένα προϊόν πρόκειται να βγει στην αγορά, η εταιρεία που το παράγει ή το διακινεί του δίνει μια αρχική κοστολόγηση με κάποιο λογικό κέρδος γι αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα ανταγωνιστικά του προϊόντα, όταν αυτά υπάρχουν. Θεωρητικά, αν η ζήτηση είναι μεγάλη, η τιμή θα ανέβει, ενώ αν είναι μικρή θα πέσει, καθώς οι καταναλωτές θα προτιμήσουν τους ανταγωνιστές του. Όμως, στην πράξη, λόγω των καρτέλ και των ολιγοπωλίων, όπως για παράδειγμα στο γνωστό καρτέλ του γάλακτος, για το οποίο είχε προκύψει και σκάνδαλο επί προηγούμενων κυβερνήσεων, η τιμή αυτή είναι αποτέλεσμα συνεννόησης. Επίσης, αν πρόκειται πχ για ρούχα εκεί ανάλογα με το μερίδιο της κάθε εταιρείας στην αγορά και με την ικανότητα προώθησής τους στο ευρύ κοινό, η τιμή ξεπερνάει κατά πολύ το ανεκτό κέρδος μιας επιχείρησης και μετατρέπεται σε μέσο κερδοσκοπίας. Οι εταιρείες που διακινούν μεγάλες ποσότητες προϊόντων στην αγορά μπορούν να λειτουργούν με τεράστια κέρδη, καθώς όλα τα εμπορικά καταστήματα θέλουν να συνεργαστούν μαζί τους αφού κυρίως μέσω της διαφήμισης μπορούν να προσελκύουν καταναλωτές ακόμα κι αν οι τιμές τους είναι δυσανάλογες με την ποιότητά τους, ενώ κατεβάζουν το κόστος παραγωγής ανοίγοντας εργοστάσια σε χώρες με χαμηλές εργατικές αμοιβές, χαμηλή φορολόγηση κλπ.
Εμείς, ως εθνικοσοσιαλιστές, προτείνουμε τη θέσπιση ανώτατου ορίου τιμών από το κράτος σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων, είτε αυτά είναι αγαθά, είτε υπηρεσίες (πχ κινητή τηλεφωνία), αναλόγως του κόστους και της ποιότητάς τους. Θα εξαιρεθούν μόνο τα προϊόντα πολυτελείας, τα οποία και θα θέλαμε να εξαλείψουμε κυρίως για ηθικούς λόγους. Με αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφθεί η κερδοσκοπία και η καταλήστευση του εισοδήματος των εργαζομένων από το κεφάλαιο, και θα επιτραπεί ένα λογικό όριο κέρδους για τις επιχειρήσεις, ώστε να ικανοποιείται η ‘αρχή των εξόδων’ που προαναφέραμε.
Περιοριστήκαμε στην παραγωγή και την κοστολόγηση αγαθών, αφού η χώρα μας δεν διαθέτει βαριά βιομηχανία, δηλαδή δεν παράγει μηχανές που να παράγουν άλλες μηχανές. Παρόλα αυτά, η ίδια μέθοδος προτείνεται και για την παραγωγή ηλεκτρομηχανολογικού και ηλεκτρονικού υλικού.
Κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις με αυτόν τον τρόπο, δεν θα έχουν κεφάλαια να επενδύσουν. Αυτό το πρόβλημα θα λυθεί με τη χορήγηση από την πλήρως κρατικοποιημένη εθνική τράπεζα χαμηλότοκων ή ακόμα και άτοκων δανείων σε όποια εταιρεία το επιθυμεί, με την κατάθεση ενός επιχειρηματικού σχεδίου (business plan) από πλευράς της εταιρείας, ακριβώς όπως συμβαίνει και σήμερα με τις ιδιωτικές τράπεζες. Η διαφορά είναι ότι το κριτήριο για την έγκριση των δανείων θα είναι η χρησιμότητα για το έθνος της εκάστοτε επένδυσης και όχι το κέρδος που θα αποφέρει στην ιδιωτική τράπεζα.
Βλέπουμε ότι σταδιακά υιοθετώντας ένα σύνολο μέτρων αναλαμβάνει το έθνος μέσω του κράτους όλο τον έλεγχο των επενδύσεων και των μέσων παραγωγής κατευθύνοντας μέσω της πίστης την επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, όπου ο επίτροπος τιμών με το επιτελείο του επέβλεπαν την τήρηση των προβλεπόμενων από το κράτος τιμών σε όλες τις κατηγορίες αγαθών, μέσων παραγωγής (δηλαδή μηχανές που να παράγουν άλλες μηχανές) και υπηρεσιών. Επίσης και η χορήγηση επενδυτικών δανείων ελεγχόταν από το κράτος ακριβώς όπως προτείνουμε κι εμείς.
Βέβαια, κάθε καλός κεφαλαιοκράτης ξέρει κι άλλο μονοπάτι για την αύξηση των κερδών του. Αυτό είναι η ελαχιστοποίηση των εξόδων της επιχείρησης, η οποία μπορεί να γίνει κυρίως με τους εξής τρόπους: α) καλύτερη οργάνωση της παραγωγής και γενικότερα της επιχείρησης, β) εισαγωγή καινοτόμων τεχνολογιών και γ) δυσμενέστερους εργασιακούς όρους για τους εργαζόμενους.
Οι δύο πρώτοι τρόποι είναι όχι μόνο επιθυμητοί αλλά το ζητούμενο από κάθε επιχείρηση. Το κράτος όχι μόνο επιθυμεί την ελαχιστοποίηση των εξόδων παραγωγής με τους πρώτους δύο τρόπους, αλλά μάλιστα και με φοροαπαλλαγές, χρηματικά βραβεία, αναθέσεις κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων οφείλει να ανταμείβει την επιχειρηματική καινοτομία και τον συνεχή εκσυγχρονισμό της παραγωγής. Αυτό είναι ένα μέτρο που επίσης εφαρμόστηκε στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία ως κίνητρο οικονομικό και ηθικό.
Ο τρίτος τρόπος που προαναφέραμε, δηλαδή οι δυσμενέστερες εργασιακές συνθήκες οι οποίες συνήθως είναι η περικοπή του μισθού, η αύξηση των ωρών εργασίας, οι ελλιπείς συνθήκες ασφάλειας στην εργασία κλπ, θα απαγορεύονται δια ροπάλου από το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος και θα επισύρουν όχι μόνο οικονομικές αλλά και ποινικές κυρώσεις στον επιχειρηματία, σε περίπτωση που παραβεί την εργατική νομοθεσία. Οι αμοιβές των εργαζομένων, τα ωράρια, οι υπερωρίες, η σωματική και ψυχική ασφάλεια στην εργασία και γενικότερα αυτό που λέγεται ‘συνθήκες εργασίας’ θα καθορίζονται από το κράτος σε συνεννόηση με τους αντιπροσώπους των εργαζομένων και της διοίκησης. Επομένως ουδείς κίνδυνος κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης υπάρχει. Τα παραπάνω επίσης υλοποιήθηκαν στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία μέσω των ‘συμβουλίων εργασίας’ και άλλων συναφών οργάνων όπου οι εργαζόμενοι συναποφάσιζαν με τη διοίκηση της επιχείρησης. Λόγω της δυσκολίας των Ελλήνων να συνεννοηθούμε μεταξύ μας με ήπιο τρόπο θεωρώ ότι είναι αναγκαία η άσκηση κρατικής πίεσης, τόσο στη διοίκηση όσο και στους εκπροσώπους των εργαζομένων, ώστε να διασφαλίζεται η σοσιαλιστική λειτουργία της επιχείρησης.
Ας μην ξεχνάμε ότι όχι μόνο το κεφάλαιο στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά συχνά και οι συνδικαλιστές στο δημόσιο τομέα έχουν επιδείξει αντικοινωνική συμπεριφορά ζητώντας παράλογα προνόμια σε σχέση με τους εργαζόμενους σε άλλους τομείς του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα.
Είδαμε λοιπόν ότι ο εθνικοσοσιαλισμός αφήνει ελεύθερη την επιχειρηματική δράση, εφόσον αυτή δε βλάπτει τη σοσιαλιστική λειτουργία της οικονομίας και επιτρέπει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τους ιδιώτες, αλλά όχι τον έλεγχο των μέσων παραγωγής από αυτούς. Αν αναρωτιέστε τι είδους ιδιοκτησία είναι αυτή, η οποία δεν επιτρέπει την άσκηση ελέγχου από τον ιδιώτη στο μέσο παραγωγής, θα  απαντήσω με τις φράσεις του καθηγητή οικονομικών του M.I.T Peter Termin: “Ο εθνικοσοσιαλισμός άφησε μόνο το κέλυφος της ατομικής ιδιοκτησίας και αφαίρεσε το περιεχόμενό της” και “Οι ναζί έβλεπαν την ατομική ιδιοκτησία ως εξαρτώμενη από τη χρήση της κι όχι ως θεμελιώδες δικαίωμα.”
Υπάρχει ασφαλώς μια ένσταση σε όσα προαναφέραμε, δηλαδή ότι πιθανώς οι επιχειρηματίες δε θα δεχθούν να λειτουργήσουν υπό αυτό το νομικό καθεστώς. Τότε ασφαλώς δε μένει άλλος δρόμος από την κρατικοποίηση των επιχειρήσεών τους με κάποια αποζημίωση υπό τη μορφή κρατικών ομολόγων. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του καθηγητή Junkers ο οποίος αρνήθηκε να συμμορφώσει την πολιτική της εταιρείας του (επρόκειτο για μια βιομηχανία κατασκευής εξαρτημάτων αεροπλάνων) με αποτέλεσμα να αναλάβει το κράτος τον έλεγχο της εταιρείας.
Υπό την απειλή κρατικοποίησης συμμορφώθηκαν αρκετές εταιρείες χάλυβα, οι οποίες αρνούνταν να αγοράσουν εγχώριο ορυκτό σίδηρο από την κρατική εταιρεία που διεύθυνε ο Herman Göring, τη Mefo που προαναφέραμε. Μάλιστα ο Hitler φημολογείται να είπε στον εβραιομασώνο, αλλά ικανότατο πρόεδρο της γερμανικής κρατικής τράπεζας Schacht: “η πρωταρχική αιτία σταθεροποίησης του νομίσματος είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης!”
Όμως οι επιχειρηματίες είναι λογικοί άνθρωποι και όταν τους δίνεται η επιλογή μεταξύ λογικού κέρδους και αφανισμού συνήθως επιλέγουν το λογικό κέρδος κερδίζοντας έτσι και τον κοινωνικό σεβασμό.
ΦΥΛΕΤΙΚΑ – ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΑ
Σπάρτακος
 
1 για εμάς η αμοιβή των εργαζομένων δεν θεωρείται από οικονομική άποψη ως κόστος με την κλασσική έννοια, αλλά ως εθνικό εισόδημα προς κατανάλωση και επένδυση, επομένως δεν προσπαθούμε να τη συμπιέσουμε, όπως οι καπιταλιστές.

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s