LEON DEGRELLE: Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

1. ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΕΛΟΣ ΣΤΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗ;

«Έχουμε την εξουσία .Τώρα ξεκινά το γιγαντιαίων διαστάσεων έργο μας.»
Αυτά ήταν τα λόγια του Ηitler το βράδυ της 30ης Ιανουαρίου 1933 , την ώρα που τα ενθουσιώδη πλήθη ,περνούσαν για πέντε ολόκληρες ώρες, κάτω από τα παράθυρα της Καγκελαρίας στο Βερολίνο.
Ο πολιτικός του αγώνας είχε διαρκέσει 14 χρόνια . Ο ίδιος ήταν σαραντατριών ετών , δηλαδή ,σωματικά και ψυχικά στη καλύτερη στιγμή των δυνατοτήτων του. Είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη εκατομμυρίων Γερμανών και τους είχε οργανώσει μέσα στο μεγαλύτερο και δυναμικότερο πολιτικό κόμμα της Γερμανίας περιστοιχισμένο από ένα ανθρώπινο τείχος, εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών των Ταγμάτων Εφόδου, τα τρία τέταρτα των οποίων μέλη της εργατικής τάξης. Ήταν πολύ έξυπνος. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο Χίτλερ εξαφάνισε όλους τους αντιπάλους του.
Εκεί μπροστά στο παράθυρο με το χέρι υψωμένο μπροστά από το πλήθος που παραληρούσε , πρέπει να ένοιωσε πραγματικά, την αίσθηση του θριάμβου .Έμοιαζε παρ΄όλα αυτά απόμακρος , απών , σαν να βρισκότανε χαμένος σε έναν άλλο κόσμο.
Ήταν ένας κόσμος που βρισκόταν πολύ μακρυά από εκείνον που παραληρούσε στο δρόμο, ένας κόσμος 65.000.000 πολιτών που τον αγάπησαν ή τον μίσησαν αλλά που από εκείνη τη νύχτα και μετά, έπρεπε να αναλάβει τη φροντίδα τους. Και όπως ο ίδιος γνώριζε, όπως όλοι σχεδόν οι Γερμανοί γνώριζαν τον Ιανουάριο του 1933 – κάτι τέτοιο ήταν μια απεγνωσμένη και σχεδόν ακατόρθωτη προσπάθεια. Μισό αιώνα αργότερα πολλοί λίγοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το μέγεθος της κρίσης που είχε τότε αντιμετωπίσει η Γερμανία. Σήμερα είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι ανέκαθεν οι Γερμανοί ήσαν καλοθρεμμένοι, ακόμα και με κάποια κιλά παραπάνω από το κανονικό. Αλλά οι Γερμανοί των οποίων την ευθύνη είχε αναλάβει ο Hitler είχαν την εικόνα σκελετών.
Στη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων ένα πλήθος από «δημοκρατικές» κυβερνήσεις ήλθε και έφυγε , συχνά υπό καθεστώς απόλυτης σύγχυσης. Αντί να ανακουφίσουν τη δυστυχία του λαού, τη διόγκωσαν  λόγο  της δικής τους αστάθειας. Ήταν αδύνατο γι’ αυτές τις κυβερνήσεις  να ακολουθήσουν ένα οποιοδήποτε δεδομένο σχέδιο για περισσότερο από ένα ή δύο χρόνια. Η Γερμανία είχε φτάσει σε αδιέξοδο .Σε διάστημα λίγων χρόνων   σημειώθηκαν 224.000 αυτοκτονίες – μια τρομαχτική εικόνα που φανερώνει ένα ακόμη πιο τρομακτικό καθεστώς δυστυχίας.Στις αρχές του 1933 ,η εξαθλίωση του γερμανικού λαού ήταν σχεδόν καθολική.Τουλάχιστον 6.000.000 εργάτες  πεινασμένοι και δίχως εργασία, περιφέρονταν  άσκοπα στους δρόμους , λάμβαναν ένα άθλιο επίδομα ανεργίας  με λιγότερο από 42 μάρκα το μήνα.
Πολλοί από αυτούς που βρίσκονταν εκτός εργασίας, έπρεπε να συντηρήσουν τις οικογένειες τους , και έτσι, όλοι μαζί, 20.000.000 Γερμανοί, το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας κατέληξαν να προσπαθούν να επιβιώσουν με 40 περίπου  pfennigs την ημέρα κατά άτομο.
Άλλωστε τα επιδόματα ανεργίας ήσαν περιορισμένα και κάλυπταν μόνο τους 6 πρώτους μήνες. Ύστερα από αυτό  ακολουθούσε το πενιχρό επίδομα απορίας , που μοιράζονταν στα γραφεία της Κοινωνικής Πρόνοιας. Παρά τη μεγάλη αναποτελεσματικότητα της κοινωνικής μέριμνας  , στα πλαίσια της  προσπάθειας  να σωθούν  τα 6.000.000 των ανέργων από τη ολική καταστροφή, έστω και για μόλις 6 μήνες , τόσο το κεντρικό όσο και τα περιφερειακά όργανα της Γερμανικής Κυβέρνησης κινδύνεψαν να μεταβληθούν σε ερείπια: στα 1932 παρόμοια βοήθεια είχε καταβροχθίσει 4.000.000.000 μάρκα ,το 57%

των συνολικών φορολογικών εσόδων της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και των περιφερειακών κρατών. Ένας σεβαστός αριθμός γερμανικών δήμων είχαν ήδη χρεοκοπήσει. Εκείνοι που ήσαν αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν κάποιο είδος εργασίας δεν ήσαν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Εργάτες και υπάλληλοι είχαν δει τους μισθούς και τα ημερομίσθια τους να  περικόπτονται κατά 20%. Το 21% από αυτούς κέρδιζαν από 100 μέχρι 250 μάρκα το μήνα , το 69,2% από αυτούς, τον Ιανουάριο του 1933 είχαν εισπράξει μέσα σε ένα χρόνο λιγότερα από 1200 μάρκα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις οι Γερμανοί που μπορούσαν να ζήσουν δίχως οικονομικά προβλήματα δεν ήσαν περισσότεροι από 100.000 .Στη διάρκεια των τριών χρόνων που προηγήθηκαν της ανόδου του Ηitler στην εξουσία τα συνολικά έσοδα είχαν μειωθεί περισσότερο από το μισό, από τα 23.000.000.000 μάρκα είχαν κατρακυλήσει στα 11.000.000.000.
Το μέσο κατά κεφαλή εισόδημα μειώθηκε από τα 1.187 μάρκα που ήταν στα 1929 , στα 627 μάρκα το 1932.
Κανείς δεν ξέφυγε από τις ασφυκτικές επιπτώσεις της ανεργίας. Οι διανοούμενοι χτυπήθηκαν το ίδιο σκληρά όσο και η εργατική τάξη. Από τους 135.000 πανεπιστημιακής εκπαίδευσης , το 60% ήταν χωρίς δουλειά. Μόνο μια μικρή μειοψηφία λάμβανε επίδομα ανεργίας.

«Οι άλλοι», έγραψε ένας ξένος παρατηρητής, ο Marcel Laloire (στο βιβλίο του Νέα Γερμανία), «εξαρτώνται από τους γονείς τους ή κοιμούνται σε άθλια ξενοδοχεία. Στη διάρκεια της ημέρας μπορεί να τους δει κανείς στις λεωφόρους του Βερολίνου, με ταμπέλες στη πλάτη τους, που διαβεβαιώνουν  τη πρόθεσή τους ,να κάνουν  οποιαδήποτε δουλειά. »
Αλλά δεν υπήρχε πλέον διαθέσιμη κανενός τύπου εργασία. Η ίδια ισχυρή καταιγίδα είχε χτυπήσει και τη βιοτεχνία της Γερμανίας, η οποία περιελάμβανε περίπου τέσσερα εκατομμύρια εργαζόμενους. Ο κύκλος εργασιών της μειώθηκε κατά 55%, με τις συνολικές πωλήσεις να γκρεμίζονται από τα 22.000.000.000 δισεκατομμύρια στα 10.000.000.000 μάρκα.
Αυτοί όμως που επλήγησαν περισσότερο από όλους ήσαν οι εργαζόμενοι στις κατασκευές, το 90 τοις εκατό των οποίων ήταν άνεργοι.
Οι αγρότες, είχαν καταστραφεί και αυτοί, κάτω από το βάρος των απωλειών που ανέρχονταν σε 12 .000.000.000 μάρκα. Πολλοί αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τα σπίτια τους και τη γη τους. Το 1932 μόνο οι τόκοι για τα δάνεια που είχαν προκύψει σαν συνέπεια της οικονομική κατάρρευσης, ισοδυναμούσαν με 20 τοις εκατό της αξίας της γεωργικής παραγωγής ολόκληρης της χώρας. Όσοι δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στη πληρωμή των τόκων  είδαν τα αγροκτήματά τους να βγαίνουν σε πλειστηριασμό με νομικές διαδικασίες: με τον τρόπο αυτό και στη διάρκεια των ετών  1931-1932, 17.157 αγροκτήματα – με μια συνολική έκταση 462,485 εκταρίων – ρευστοποιήθηκαν .
Η «δημοκρατία» της Γερμανικής «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» (1918 -1933) είχε αποδειχθεί ολότελα αναποτελεσματική στην αντιμετώπιση όλων αυτών των κατάφωρων αδικιών , όπως αυτή της εξαθλίωσης εκατομμυρίων εργαζομένων σε γεωργικές εργασίες, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν τους σταθερότερους και σκληρότατα εργαζομένους πολίτες του Έθνους..Πολίτες λεηλατημένοι, στερημένοι, εγκαταλελειμμένοι: το γεγονός ότι έδωσαν προσοχή στην έκκληση του Hitler αποτελεί ένα μικρό θαύμα.
Η κατάστασή τους στις 30 Ιανουαρίου 1933, ήταν τραγική. Όπως και η υπόλοιπη εργατική τάξη της Γερμανίας, είχαν προδοθεί από τους πολιτικούς ηγέτες τους και και είχαν οδηγηθεί  στις εναλλακτικές λύσεις των άθλιων μισθών, των ασήμαντων και αβέβαιων επιδομάτων, ή στην απόλυτη ταπείνωση της επαιτείας.Oi Βιομηχανίες της Γερμανίας, γνωστές κάποτε σε όλο τον κόσμο, δεν ευημερούσαν πλέον παρ’ όλα αυτά οι μεγιστάνες του πλούτου αισθάνονταν υποχρεωμένοι να ενισχύουν τα ταμεία των κομμάτων  της εξουσίας πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, με δωρεές εκατομμυρίων μάρκων ,     προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συνεργασία τους. Για 14 χρόνια οι στενόμυαλοι συντηρητικοί χριστιανοδημοκράτες του πολιτικού κέντρου είχαν σιτιστεί από το ίδιο παχνί το ίδιο λαίμαργα όπως και οι αντίπαλοί τους  της αριστεράς.
 (Συνέχεια)
Θα ανεβάσουμε εδώ την συνέχεια του ενδιαφέροντος άρθρου όταν αναρτηθεί στο http://storiacontroversa.blogspot.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s